|
|
Ενιαίος χώρος ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας; - Παρέμβαση του Γιώργου Προκοπάκη
Γιώργος Προκοπάκης, 08/10/2006
Παιδεία και Έρευνα
< Δελτία Τύπου
< Ρεπορτάζ
< Σκέψεις - Παρεμβάσεις
Στην εκδήλωση της 2/10 εξέφρασα την αντίθεσή μου στην ανάδειξη ως μεταρρυθμιστικού αιτήματος τη θεσμοθέτηση του ενιαίου χαρακτήρα του χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας. Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Τι πραγματικά μας λέει η ιστορία Αντιγράφω από το κείμενο του Λ. Παπαγιαννάκη: Μία σημαντική μεταρρύθμιση οφείλει να ξεκινήσει από την αρχή. Ανώτατη εκπαίδευση και έρευνα αποτελούν εξ ορισμού ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο δραστηριοτήτων, το οποίο αποκτά συνεχώς μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Η ιστορία, η θεωρία και η διεθνής εμπειρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες προσφέρουν αψευδείς μαρτυρίες. Αν ένα πράγμα μας διδάσκει η ιστορία και η διεθνής εμπειρία, είναι η πολυποικιλότητα των τρόπων οργάνωσης, τόσο της ανώτατης εκπαίδευσης όσο και της έρευνας (αλλά και των δύο μαζί). Αναφέρομαι σε επιτυχημένους τρόπους οργάνωσης. Η Ιαπωνία βασίστηκε στην αυταρχική και στοχευμένη ανώτατη εκπαίδευση και στην κεντρικά σχεδιασμένη έρευνα. Οι ΗΠΑ βασίστηκαν και βασίζονται στη σύνθεση εκατοντάδων αυτοτελών οργανισμών (πανεπιστήμια), η οποία (σύνθεση) αυτορρυθμίζεται από τον εγγενή ανταγωνισμό ανάμεσα στα πανεπιστήμια, την στενή επαφή με την αγορά/βιομηχανία/κοινωνία και την ακαδημαϊκή παράδοση. Αυτά σε μάκρο επίπεδο.
Ας ρίξουμε μια ματιά στο μίκρο επίπεδο. Μόλις προχθές το Swarthmore College γιόρτασε το έκτο Nobel σε απόφοιτό του. Στα 180 χρόνια της ζωής του το Swarthmore δεν είχε ποτέ μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Όπως άλλωστε δεν έχουν πολλά κολλέγια των ΗΠΑ, στα οποία είναι εξαιρετικά ανταγωνιστική η εισαγωγή φοιτητών, για δε τους αποφοίτους τους σφάζονται τόσο η αγορά όσο και τα μεγαλύτερα μεταπτυχιακά προγράμματα. Από την άλλη, πανεπιστήμια με μεγάλα και εξαιρετικά επιτυχημένα μεταπτυχιακά προγράμματα (και έρευνα) κατηγορούνται για υποβαθμισμένη προπτυχιακή εκπαίδευση.
Το ιστορικό παράδοξο είναι ότι, η Ευρωπαϊκή Ένωση βλέποντας ότι χάνει το παιχνίδι της κοινωνίας της γνώσης από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία (αλλά και την Ινδία – έρχεται και η Κίνα), προσπαθεί ασθμαίνουσα να προλάβει το τραίνο με κεντρικές παρεμβάσεις – διαφορετικό μοντέλο από κάθε μία από τις ανταγωνίστριες. Είναι νωρίς να αποφανθούμε, για την ώρα όμως οι δείκτες κάθε άλλο παρά μαρτυρούν ότι τα καταφέρνει.
Με τα παραπάνω υποστηρίζω ότι χρειάζεται σοβαρή ανάλυση της πραγματικότητας για να πεισθούμε ότι το θεσμικά ενιαίο του χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας είναι μονόδρομος.
Θα κλείσω το εδάφιο με μερικές υποθέσεις, τις οποίες δεν μπορώ να αποδείξω. Ας τις σκεφθούμε όμως. Αν το μοντέλο του θεσμικά ενιαίου χώρου είχε ακολουθηθεί την τελευταία πεντηκονταετία στις ΗΠΑ και στη Δύση γενικότερα:
Για τα παραπάνω (πλην του τελευταίου βέβαια, το οποίο είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων) και εκατοντάδες άλλες κατακτήσεις της τεχνολογίας και της επιστήμης, βασικό ρόλο έπαιξαν παράγοντες εξω-ακαδημαϊκοί. Σε αρκετές περιπτώσεις δε, η πρόοδος συνετελέσθη ακριβώς επειδή η έρευνα έγινε έξω από το πλαίσιο, τον τρόπο διαχείρισης και τον φορμαλισμό της πανεπιστημιακής έρευνας.
Ποιά έρευνα;
Ας υποθέσουμε ότι το κράτος είναι ένας ορθολογικός σχεδιαστής και αντιμετωπίζει το ζήτημα της έρευνας. Ο μόνος, υψηλού επιπέδου, διαχωρισμός ο οποίος έχει σημασία είναι: (α) έρευνα η οποία είναι αντικείμενο στοχοθέτησης και σχεδιασμού και (β) έρευνα που δεν είναι αντικείμενο στοχοθέτησης και σχεδιασμού. Η (β), ας την πούμε αυταξιακή, είναι αυτή που στο κείμενο του Λ.Π. περιγράφεται ως απαραίτητη για την ύπαρξη και αναπαραγωγή του πανεπιστημίου. Ο ορθολογικός σχεδιαστής αποφασίζει, χωρίς να ενδιαφέρεται να κατέβει ούτε ένα επίπεδο ανάλυσης, να την ενισχύσει όσο χρειάζεται (όχι παραπάνω). Τον έλεγχό της (ποιότητα, επάρκεια, βάθος, ...) τον αφήνει στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Για την (α), ας την πούμε καινοτομική, ο ορθολογικός σχεδιαστής θα προχωρήσει σε περαιτέρω ανάλυση, εξετάζοντας: τη διεθνή συγκυρία και τάσεις, τη θέση του στο διεθνή καταμερισμό, τα μακρο- και μικρο-οικονομικά δεδομένα της χώρας, την κοινωνική στρωμάτωση, τους διαθέσιμους πόρους, τις δυνατές συμμαχίες, τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων στις αγορές, τους φυσικούς πόρους της χώρας, ... Μετά την ανάλυση αυτή, θα βάλει στόχους, κατευθύνσεις, προτεραιότητες, οι οποίες θα υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο και αναπροσαρμογή. Θα θεσπίσει και τα κατάλληλα εργαλεία (ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα, κέντρα αριστείας, ... αλλά και φορολογικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις, άρση περιορισμού επενδύσεων υψηλού ρίσκου στα ασφαλιστικά ταμεία, ...). Αν δε είναι και αποτελεσματικός στην επιλογή των στόχων και των εργαλείων, θα καταφέρει ένα (μεγάλο ή μικρό) κομμάτι της αυταξιακής έρευνας να εξυπηρετεί τους στόχους της καινοτομικής.
Συμφωνώ ανεπιφύλακτα, η αυταξιακή έρευνα να υπόκειται σε κεντρική διαχείριση μαζί με την ανώτατη εκπαίδευση. Διαφωνώ ριζικά με την ένταξη της καινοτομικής έρευνας σε ενιαία διαχείριση. Δεν πρόκειται απλώς για αναδιάταξη αρμοδιοτήτων ανάμεσα στο μέχρι σήμερα Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στα Υπουργεία Ανάπτυξης και Πολιτισμού (από το κείμενο του Λ.Π). Πρόκειται για ανάθεση ενός στρατηγικής σημασίας έργου σε μη έχοντες τη δυνατότητα ανάλυσης και εκπόνησης στρατηγικής.
Εκτός από το θεσμικό πλαίσιο, υπάρχουν και οι άνθρωποι
Και λίγα έξω από την κύρια συλλογιστική του κειμένου, αλλά σχετικά.
Σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας του Λ.Π. αναλίσκεται στην ανάγκη συνένωσης του κατακερματισμένου ερευνητικού δυναμικού. Πρώτα απ’ όλα, το σημερινό θεσμικό πλαίσιο δεν εμποδίζει στενές συνεργασίες. Σε πολλές περιπτώσεις «σπρώχνει» προς συνεργασίες (π.χ., έρευνα στα ερευνητικά κέντρα – διδακτορικό από ΑΕΙ) ή τις πριμοδοτεί (π.χ., απαίτηση συμμετοχής περισσότερων από ένα ιδρυμάτων σε ερευνητικά προγράμματα). Το ερώτημα είναι γιατί οι περισσότερες συνεργασίες σήμερα είναι ευκαιριακού χαρακτήρα; Πώς θα αλλάξει αυτό σε ένα διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο;
Αν η αναδίφισή μου στην ιστοσελίδα του Δημόκριτου ήταν αποτελεσματική, πληροφορώ ότι υπάρχουν περίπου 160 υποψήφιοι διδάκτορες, σε οκτώ γνωστικές περιοχές, οι οποίοι κάνουν την έρευνά τους στο ερευνητικό κέντρο και θα αποκτήσουν διδακτορικό από κάποιο ΑΕΙ. Δηλαδή, υπάρχουν 160 ενεργά κανάλια μεταφοράς πληροφορίας, κάθε ένα απ’ αυτά με συγκεκριμένο αντικείμενο! Κάποια από τα κανάλια αυτά κατέληξαν στη δημιουργία ενός εξαιρετικού ποιοτικά μεταπτυχιακού προγράμματος. Κάποια άλλα κατέληξαν σε στενές επιστημονικές συνεργασίες ερευνητών. Πολλά όμως απλώς υπάρχουν, με διεκπεραιωτική λογική όσον αφορά την απονομή του διδακτορικού και ανταλλαγή συγγραφέων σε δημοσιεύσεις. Ποιό θεσμικό πλαίσιο θα αλλάξει αυτή την κατάσταση; Αν ένας ερευνητής του Δημόκριτου και ένας καθηγητής του ΕΜΠ που έχουν απονείμει οκτώ (κοινά;) διδακτορικά σε πέντε χρόνια δεν μπορούν να καταλήξουν σε κοινό ερευνητικό πρόγραμμα, δεν υπάρχει δύναμη στον πλανήτη να τους σπρώξει.
Μέσα από ποιές διαδικασίες, σε οποιοδήποτε θεσμικό πλαίσιο το οποίο αφήνει ως έχει το διοικητικό καθεστώς των ερευνητικών κέντρων, θα γίνει δυνατή η εκπόνηση στρατηγικής και εισαγωγής του στοιχειώδους κριτηρίου της αποτελεσματικότητας της έρευνας; Τα ερευνητικά κέντρα διοικούνται από Δ.Σ. απαρτιζόμενο από τους διευθυντές των ινστιτούτων του κέντρου ex officio , και δύο εκπροσώπους των εργαζομένων (δεν αλλάζει από τον άλλο νόμο πλαίσιο, της Έρευνας, ο οποίος είναι σε δημόσια διαβούλευση). Είναι ποτέ δυνατόν να περιμένει κανείς στρατηγική από ένα τέτοιο όργανο; |
Σκέψεις - Παρεμβάσεις
|





