Τρίτη 07/09/2010
Περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας της ιστοσελίδας
Οι ελληνικές συντάξεις σε σύγκριση με τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ
Τοποθέτηση της Ελίζας Παπαδάκη στη συζήτηση για το ασφαλιστικό που διοργάνωσε η ΑΡΣΗ στις 28/1/2008

 Τοποθέτηση της Ελίζας Παπαδάκη στη συζήτηση για το ασφαλιστικό που διοργάνωσε η ΑΡΣΗ στις 28/1/2008

Στον καταμερισμό που κάναμε μεταξύ μας, εγώ ανέλαβα να παρουσιάσω συγκριτικά τους όρους που ισχύουν για τη συνταξιοδότηση στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Καλή πηγή για μια τέτοια σύγκριση είναι η έκθεση του ΟΟΣΑ “Pensions at a Glance” – «Οι συντάξεις με μια ματιά», που πρωτοκυκλοφόρησε το 2005 και ξαναεκδόθηκε με νεότερα στοιχεία και αναλύσεις τον Ιούνιο του 2007. Πριν μπούμε όμως σε μιαν απόπειρα σύγκρισης, είναι αναγκαίο να επισημάνουμε δύο αλληλένδετες ιδιαιτερότητες του ελληνικού συστήματος, καθοριστικές για τη στρεβλή λειτουργία του, αλλά, πιστεύω, και για τη μέχρι σήμερα πλήρη αποτυχία να οργανωθεί μια κοινωνική διαπραγμάτευση για τη μεταρρύθμισή του: Τις μεγάλες εσωτερικές του ανισότητες και την πολύ εκτεταμένη εισφοροδιαφυγή. Αποτέλεσμα και των δύο ιδιαιτεροτήτων είναι το γεγονός ότι, ενώ οι δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ υπολογίζονται σε μας από τις υψηλότερες μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, οι συντάξεις στη μεγάλη τους πλειονότητα είναι πολύ χαμηλές.

Όλοι ξέρουμε ότι το ελληνικό σύστημα των συντάξεων είναι κατακερματισμένο σε δεκάδες ταμεία με πολύ μεγάλες ανισότητες μεταξύ διαφόρων επαγγελματικών κατηγοριών: Πρώτον, ανισότητες ως προς τη χρηματοδότηση. Εδώ έχουμε αφενός τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών για τους μισθωτούς, ή μόνο των ίδιων των ασφαλισμένων για όσους εργάζονται σε καθεστώς ελεύθερου επαγγελματία. Υπάρχουν διαφορές, και ενώ τα τελευταία χρόνια επιχειρήθηκαν κάποιες αλλαγές στην κατεύθυνση της εξίσωσης, στο δημόσιο τομέα εξακολουθούν να ισχύουν πολύ πιο γενναιόδωρες εργοδοτικές εισφορές. Και αφετέρου την ενίσχυση με δημόσιους πόρους, είτε απ’ ευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με τους λεγόμενους «κοινωνικούς πόρους», τις ειδικές κρατήσεις πάνω σε διάφορες υπηρεσίες που καταβάλλουν οι αγοραστές τους υπέρ συγκεκριμένων επαγγελματικών κατηγοριών. Τα πιο γνωστά παραδείγματα επαγγελμάτων όπου η ενίσχυση της υπόλοιπης κοινωνίας προς τα ταμεία τους είναι αναλογικά, δηλαδή ανά ασφαλισμένο, πολύ μεγαλύτερη παρόσο π.χ. η κρατική επιχορήγηση στο ΙΚΑ, είναι οι μηχανικοί, οι νομικοί και οι δημοσιογράφοι. Αποτέλεσμα: λαμβάνουν πολύ υψηλότερες συντάξεις από όσο θα δικαιολογούσαν οι εισφορές που καταβάλλουν από το ατομικό τους εισόδημα.

Δεύτερον, έχουμε ανισότητες ως προς τους όρους της συνταξιοδότησης. Εδώ και πάλι, παρά κάποιες αλλαγές που έχουν επιχειρηθεί, στο δημόσιο τομέα η εργοδοσία παραμένει πιο γενναιόδωρη. Μην ξεχνάμε πάντως ότι η αυξημένη αυτή γενναιοδωρία εδώ και χρόνια ισχύει μόνο για τους τακτικούς υπαλλήλους. Δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι με προσωρινές συμβάσεις ή και οι λεγόμενοι “stage”, ενώ συχνά κάνουν την ίδια δουλειά με τους μόνιμους, έχουν μειωμένα ασφαλιστικά δικαιώματα, πολλές φορές διατηρούνται εντελώς ανασφάλιστοι. Αυτόν τον καιρό η ελληνική κυβέρνηση, και μάλιστα με τη στήριξη όλων των κομμάτων, ετοιμάζεται να δώσει άλλη μια δικαστική μάχη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία λογικά θα χάσει: για τη διατήρηση των πιο ευνοϊκών όρων που ισχύουν για τις γυναίκες που εργάζονται ως μόνιμες στο Δημόσιο, για το δικαίωμά τους να συνταξιοδοτούνται νωρίτερα, με λιγότερα έτη ασφαλιστικών εισφορών. Προβάλλεται το επιχείρημα ότι οι γυναίκες, με το διπλό φορτίο που φέρουν, απέναντι στη δουλειά και στην οικογένειά τους, κουράζονται περισσότερο, έχουν επομένως μεγαλύτερη ανάγκη να ξεκουραστούν νωρίτερα. Ποιος θα τολμούσε να ισχυρισθεί όμως ότι η ανάγκη αυτή ισχύει ιδίως για τη δημόσια υπάλληλο και όχι για την πωλήτρια ή την εργάτρια στο ΙΚΑ; Αλλά σαθρό είναι και το επιχείρημα της μητρότητας. Κατά ποία λογική η εργαζόμενη μητέρα πρέπει να συνταξιοδοτηθεί όταν τα παιδιά της τελειώνουν το σχολείο, ετοιμάζονται να φύγουν και χρειάζονται πολύ λιγότερο τη φροντίδα της; Πολύ καλύτερα θα υποστηριζόταν στις διπλές της υποχρεώσεις αλλά και στην ίδια τη χαρά της μητρότητας με μεγαλύτερες γονικές άδειες όταν τα παιδιά είναι μικρά. Και ακόμα περισσότερο με τη χρηματοδότηση πλασματικών ετών ασφάλισης από το κράτος με τη γέννηση κάθε παιδιού, όπως είχε προταθεί στο σχέδιο Γιαννίτση χωρίς ποτέ να συζητηθεί, και ψελλίζεται πάλι από τη σημερινή κυβέρνηση. Θα άξιζε εξάλλου να ερευνηθεί πόσες γυναίκες που σταματούν πρόωρα να δουλεύουν ενώ τα παιδιά τους έχουν μεγαλώσει, οδηγούνται στην κατάθλιψη. Όπως, βέβαια, και πόσες κατορθώνουν να διοχετεύσουν τη ζωτικότητά τους σε μια νέα επαγγελματική δραστηριότητα, ανασφάλιστη κατά κανόνα, αξιοποιώντας την πρόωρη σύνταξη ως συμπληρωματικό εισόδημα.

Αυτά τα πολύ λίγα και αποσπασματικά περί των ανισοτήτων, για τις οποίες θα μπορούσαμε να μιλάμε επί ώρες με πλήθος παραδείγματα. Aλλά προπάντων απαιτείται μια μελέτη που θα αποτυπώνει επακριβώς τί ισχύει σε κάθε περίπτωση. Διότι η αναγκαία μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος είναι και θέμα ανακατανομής πόρων. Για να μπορέσουν να τη διαπραγματευθούν με το κράτος και τους εργοδότες οι διάφορες κατηγορίες των ασφαλισμένων, αλλά και οι άνεργοι, και οι ανασφάλιστοι που επίσης πρέπει να έχουν δικαιώματα, χρειάζεται να έχουν πλήρη εικόνα της υφιστάμενης κατανομής των πόρων. Όταν την αποκτήσουν ίσως καταλάβουν ότι χρειάζεται να διαπραγματευθούν και μεταξύ τους, πέρα από το απαραβίαστο των «κεκτημένων», πέρα από το διαδεδομένο μύθο, που καλλιεργείται σήμερα από τον Τύπο και από όλα τα κόμματα, ότι τα πιο προνομιούχα ταμεία δεν επιτρέπεται να θιγούν γιατί είναι «τα δικά τους λεφτά», που οι ασφαλισμένοι τους κοπίασαν να συσσωρεύσουν.

Και πάμε στη δεύτερη ελληνική ιδιαιτερότητα. Όλοι γνωρίζουμε επίσης ότι η έκταση της εισφοροδιαφυγής στη χώρα μας είναι τεράστια. Το γεγονός αυτό καταγγέλλεται από τα συνδικάτα, από τα κόμματα, από τους πάντες. Ταυτόχρονα, και με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, καταγγέλλεται το απαράδεκτα χαμηλό επίπεδο της μεγάλης πλειονότητας των συντάξεων, που δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών αναγκών των ηλικιωμένων. Στη δημόσια συζήτηση όμως, όπως διεξάγεται, πολύ λίγο συνδέονται αυτά τα δύο πράγματα: ότι δηλαδή για την πλειονότητα των συνταξιούχων του ΙΚΑ π.χ. οι συντάξεις είναι τόσο χαμηλές επειδή βασίζονται μόνο σε δεκαπέντε χρόνια εισφορών. Και ακόμα λιγότερο αναφέρεται το γεγονός ότι εδώ έχει ενσωματωθεί ένας μηχανισμός που ενθαρρύνει την εισφοροδιαφυγή. Επειδή οι συντάξεις που θα αντιστοιχούσαν σε δεκαπέντε χρόνια εισφορών θα ήσαν ακόμα χαμηλότερες, οι κατώτατες συντάξεις του ΙΚΑ επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό ώστε να φθάσουν σε ένα επίπεδο που αντιστοιχεί σε 23 χρόνια εισφορών. Αλλά έτσι, για κάθε πρόσθετη εισφορά ανάμεσα στα 15 και τα 23 χρόνια ο ασφαλισμένος δεν κερδίζει τίποτα απολύτως. Γιατί επομένως ένας μεγάλος αριθμός ασφαλισμένων στο ΙΚΑ που απασχολούνται στην οικοδομή ή στην πληθώρα των πολύ μικρών επιχειρήσεων στη χώρα μας, συχνά διακεκομένα με περιόδους ανεργίας, να πασχίσουν για περισσότερα ένσημα και να μην ωφεληθούν άμεσα, αν το μπορούν, από ένα μεγαλύτερο μεροκάματο, διευκολύνοντας και τον εργοδότη τους αν μοιραστούν τη διαφορά; Οι απασχολούμενοι σε τέτοιες συνθήκες άλλωστε συνήθως είναι ανοργάνωτοι, δεν έχουν τη συνδικαλιστική δύναμη να διεκδικήσουν τα ένσημά τους από κακούς εργοδότες. Ακόμα, πολλοί εργοδότες για να αποφύγουν το κόστος της κοινωνικής ασφάλισης απασχολούν εργαζόμενους σε καθεστώς ελεύθερου επαγγελματία δήθεν. Ανάλογα προβλήματα εισφοροδιαφυγής και σχέσης εισφορών/συντάξεων υπάρχουν όμως και στα μαζικά ταμεία των αυταπασχολουμένων. Μόνο μεγάλες επιχειρήσεις διατηρούν μόνιμο τακτικό προσωπικό με κανονική ασφάλιση και με πλήρη καταβολή εισφορών σε όλο τον εργασιακό βίο. Αλλά σ’ αυτές και σε τέτοιο καθεστώς εργάζονται οι λιγότεροι.

Ας περάσουμε τώρα στη σύγκριση με άλλες χώρες. Ανάλωσα πολύ χρόνο για να περιγράψω τις δύο βασικές κατά τη γνώμη μου ιδιομορφίες του ελληνικού συστήματος. Θα δείτε αμέσως το γιατί. Προκειμένου να συγκριθούν οι όροι συνταξιοδότησης μεταξύ διαφορετικών χωρών χρειάζεται μια ενιαία αφετηρία. Στην έκθεση του ΟΟΣΑ που ανέφερα στην αρχή η αφετηρία είναι ένας ασφαλισμένος μισθωτός που εργάζεται από τα 20 ως τα 65 του χρόνια. Ο πρώτος δείκτης που εξετάζεται εκεί είναι το ακαθάριστο ποσοστό αναπλήρωσης, δηλαδή το ύψος της ακαθάριστης σύνταξης που θα λάβει σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία αυτός ο μισθωτός σε σχέση με τις τελευταίες ακαθάριστες αποδοχές του. Ο μέσος μισθωτός στις 30 χώρες του ΟΟΣΑ θα πάρει σύνταξη ίση με το 58,7% των τελευταίων αποδοχών του. Και εδώ έρχεται μια εντυπωσιακή διαπίστωση: Από όλες τις χώρες το υψηλότερο ακαθάριστο ποσοστό αναπλήρωσης το έχει ο Έλληνας που θα πάρει σύνταξη το 95,7% των τελευταίων αποδοχών του. Ο μέσος Ισπανός θα πάρει 81,2%, ο Ιταλός 67,9%, ο Πορτογάλος 54,3%, για να ξεκινήσουμε από τη Νότια Ευρώπη. Συγκρίσιμο ποσοστό αναπλήρωσης με του Έλληνα έχει μόνον ο Λουξεμβούργιος, 90,3%. Σχετικά υψηλό, 80-83,4% ποσοστό αναπλήρωσης έχουν ακόμα ο μέσος Δανός, ο Ολλανδός και ο Αυστριακός. Αλλά ο μέσος Σουηδός και ο μέσος Φινλανδός θα πάρουν σύνταξη 63,7% ο πρώτος και 63,4% ο δεύτερος των τελευταίων αποδοχών τους. Ο Γάλλος 51,2%, ο Βέλγος 40,7%, ο Γερμανός 39,9%, ο Ιρλανδός 38,2%, τέλος ο Βρετανός μόλις 34,4% των τελευταίων αποδοχών του. Πάντα κορυφαίο και ακόμα πιο θεαματικό είναι το ελληνικό καθαρό ποσοστό αναπλήρωσης, η καθαρή σύνταξη που θα λάβει κάποιος ως ποσοστό των καθαρών τελευταίων αποδοχών του: φθάνει σε μας το 111,1%, και ο λόγος είναι ότι στις συντάξεις δεν επιβάλλονται εισφορές κοινωνικής ασφάλισης όπως στους μισθούς.

Πώς συμβαίνει το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα να υπόσχεται μια τόσο υψηλή, υψηλότερη από κάθε άλλη χώρα, εντέλει παράλογα υψηλή σύνταξη σε όποιον συμπληρώσει μια πλήρη με τα διεθνή μέτρα εργασιακή σταδιοδρομία; Δύο λόγους μπορούμε να αναφέρουμε. Πρώτον, σε μας για πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα, που σημαίνει 70% κύρια σύνταξη και 20% επικουρική, ισχύει η 35ετία. Για κάθε πρόσθετο έτος ασφάλισης μετά τα 35 η επικουρική σύνταξη παίρνει όμως σημαντική προσαύξηση. Δεύτερον, αυτό το 70% συν 20% σε μας υπολογίζεται στις μέσες αποδοχές της τελευταίας πενταετίας, ενώ στις άλλες χώρες υπολογίζεται σε πολύ περισσότερα χρόνια, σε πολλές μάλιστα στις μέσες αποδοχές όλου του εργασιακού βίου, προσαρμοσμένες με τις μεταβολές του κόστους ζωής, ή και με την άνοδο του εθνικού εισοδήματος. Και πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η τελευταία πενταετία που ισχύει σε μας επιδεινώνει τις ανισότητες των συντάξεων. Διότι στις πιο ευνοημένες επαγγελματικές κατηγορίες, τους υπαλλήλους καριέρας και τα στελέχη, οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται πολύ περισσότερο στη διάρκεια και ιδίως προς το τέλος του εργασιακού βίου. Στους εργάτες, αντίθετα, μετά τις πρώτες τριετίες μένουν πολύ πιο σταθεροί.

Μιλώντας για τις ανισότητες ας δούμε και ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο που αναδεικνύει η συγκριτική παρουσίαση του ΟΟΣΑ: Στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που ισχύουν στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμμία προοδευτικότητα, αυτό το 70%+20% ισχύει για υψηλούς και χαμηλούς μισθούς αδιακρίτως, οπότε όλοι έχουν το ίδιο ποσοστό αναπλήρωσης. Μάλιστα η ανώτατη σύνταξη που επιτρέπεται να δοθεί σε μας είναι εξαιρετικά υψηλή: υπολογίζεται στο τετραπλάσιο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 1991, προσαρμοσμένο με τις εντωμεταξύ αυξήσεις των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, οπότε αντιστοιχεί στο 275% του μέσου μισθού (σε 2.346,76 ευρώ μηνιαίως το 2004, αναφέρει η έκθεση).

Ενιαίο ποσοστό αναπλήρωσης έχουν και άλλες χώρες, όπως η Ιταλία και η Γερμανία, στις περισσότερες όμως εφαρμόζεται μια προοδευτικότητα που αμβλύνει τις ανισότητες. Τη μεγαλύτερη προοδευτικότητα συναντάμε στη Δανία: Εκεί ο χαμηλόμισθος εργαζόμενος με μισθό στο μισό του μέσου παίρνει σύνταξη 119,6% των τελευταίων αποδοχών του. Ο υψηλόμισθος με μισθό διπλάσιο του μέσου παίρνει 57,1%. Πολύ μεγάλη προοδευτικότητα αλλά σε χαμηλότερα γενικά επίπεδα βλέπουμε και στην Ιρλανδία, 65% ο αντίστοιχος χαμηλόμισθος, 16,2% ο υψηλόμισθος. Ισχυρή επίσης προοδευτικότητα σε χαμηλά επίπεδα έχουν η Βρετανία με ποσοστά 53,4% και 17% και το Βέλγιο με 57,3% και 23,5%. Στην Πορτογαλία ο χαμηλόμισθος παίρνει 70,4% και ο υψηλόμισθος 52,7%. Στη Γαλλία 63,8% και 44,7% αντίστοιχα. Λιγότερο έντονη σε σχετικά υψηλά επίπεδα είναι η προοδευτικότητα στη Σουηδία, όπου ο χαμηλόμισθος παίρνει σύνταξη 79,1% των αποδοχών του και ο υψηλόμισθος 66,3%. Και υπάρχουν αρκετές παραλλαγές ακόμα.

Τέλος, μία ακόμα σύγκριση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: αφορά στο λεγόμενο «πλούτο συντάξεων», δηλαδή στο πολλαπλάσιο των τελευταίων ετήσιων αποδοχών του που λαμβάνει ο συνταξιούχος ως το τέλος της ζωής του. Ο μέσος πλούτος συντάξεων σε κάθε χώρα υπολογίζεται πάνω στις μέσες αποδοχές με βάση το προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 65 ετών και τις διατάξεις που ισχύουν για την αναπροσαρμογή των συντάξεων με μιαν υπόθεση ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ 2%. Η χώρα μας με 14,2 φορές για τους άνδρες και 16,6 για τις γυναίκες (που έχουν 3,3 χρόνια υψηλότερο προσδόκιμο ζωής) έρχεται στην τρίτη υψηλότερη θέση μετά το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία. Τον μέσο πλούτο των συντάξεων μετέτρεψε ο ΟΟΣΑ σε δολάρια για το 2004 και εκεί βλέπουμε στη χώρα μας να αντιστοιχούν 306.000 δολάρια για τους άνδρες και 358.000 δολάρια για τις γυναίκες. Τα ποσά αυτά είναι σαφώς υψηλότερα από της Ιταλίας, 271.000 και 293.000 δολάρια, και της Ισπανίας, 278.000 και 352.000 δολάρια, οι οποίες έχουν κατά κεφαλήν εισόδημα παραπλήσιο με το δικό μας. Είναι επίσης υψηλότερα και από αρκετά πλουσιότερες χώρες, όπως η Ιρλανδία, 217.000 και 259.000, το Βέλγιο, 248.000 και 318.000, η Βρετανία, 224.000 και 264.000.

Θα μπορούσε κάποιος να θέσει ίσως το ερώτημα: Και τί μας ενδιαφέρουν εμάς τα μοντέλα του ΟΟΣΑ, αφού η αφετηρία για τις συγκρίσεις, ο μισθωτός που εργάζεται ασφαλισμένος από τα 20 μέχρι τα 65 του χρόνια ελάχιστα συναντάται στη χώρα μας; Πράγματι, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, όποιος συμπληρώσει 37 χρόνια εισφορών στην κοινωνική ασφάλιση, μπορεί να βγεί στη σύνταξη ανεξαρτήτως ηλικίας. Σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε, βέβαια, ακόμα μεγαλύτερο πλούτο συντάξεων. Όμως, ακόμα και αν μετέτρεπε κανείς τα στοιχεία για την Ελλάδα σύμφωνα με τον κανόνα της 35ετίας που ισχύει για πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα στην ηλικία των 65 ετών, πολύ λίγο θα μετριαζόταν το υπερευνοϊκό συγκριτικό αποτέλεσμα που είδαμε στα ποσοστά αναπλήρωσης. Απλώς θα μίκραινε λίγο η απόσταση από το δεύτερο Λουξεμβούργο.

Θα μπορούσε ακόμα να προβληθεί η ένσταση ότι και αυτή η σύγκριση δεν μας αφορά, αφού τον κανόνα της συνταξιοδότησης με 35 χρόνια εισφορών πολύ λίγοι κατορθώνουν να τον φθάσουν. Αν όμως επιδιώκουμε την κανονική απασχόληση για όλους και θέλουμε πραγματικά να καταπολεμήσουμε την εισφοροδιαφυγή, πρέπει να δούμε πού θα οδηγούσε με τις ισχύουσες ρυθμίσεις η εκπλήρωση αυτών των στόχων μας. Η σύγκριση με τις άλλες χώρες βοηθάει να καταλάβουμε ότι οι παράμετροι του ελληνικού συστήματος των συντάξεων δεν είναι δυνατό να διατηρηθούν. Το ζήτημα είναι να ανοίξουμε στη χώρα μας μια διαδικασία κοινωνικής διαπραγμάτευσης που να στηρίζεται πάνω σε όλα τα πραγματικά δεδομένα. Για να τις αλλάξουμε, αυτές τις παραμέτρους, σε μια κατεύθυνση ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Υπεύθυνος Διαχείρισης:
Διαχειριστής
Αριστερά Σήμερα
e-mail: info@aristerasimera.gr
Επισκέπτες | Σήμερα: 32 | Σύνολο από 30/09/2006: 322,400 | Μοναδικά IP: 36,893
Designed and Developed by: 2easy Web Applications