|
|
Πλαίσιο Ομάδας Εργασίας για την Τριτοβάθμια Εκπάίδευση και την Έρευνα
Την εισήγηση έκανε ο Γιάννης Παπαθεοδώρου
11/12/2007
ΑΡΣΗ - Παιδεία
1. Ανασκόπηση της περσινής χρονιάς : Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε Η περσινή χρονιά έφερε στο προσκήνιο το θέμα της παιδείας, με ιδιαίτερα συγκρουσιακούς όρους, καθώς η προτεινόμενη «μεταρρύθμιση» του «νόμου-πλαίσιο» οδήγησε σε μια πρωτόγνωρη εκπαιδευτική κινητοποίηση αλλά και σε μια πρωτόγνωρη αναστάτωση, με πολλαπλές συνέπειες, εκπαιδευτικές και πολιτικές. Ας θυμηθούμε το τοπίο συνοπτικά : από τη μια μεριά, η κυβέρνηση επιχείρησε πρόχειρα, επιφανειακά, χωρίς οργανωμένο σχεδιασμό και χωρίς συντονισμένο ακαδημαϊκό διάλογο να αλλάξει τον προηγούμενο νόμο, ανοίγοντας παράλληλα το θέμα της αναθεώρησης του «άρθρου 16» ∙ από την άλλη μεριά, η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ, απάντησε με έναν εξίσου πρωτοφανή τακτικισμό, που προωθούσε περισσότερο τον «πόλεμο των κινήσεων» και όχι «τον πόλεμο των θέσεων», καταλήγοντας στη μηδενικό άθροισμα του «όχι σε όλα». Η «διαρκής κατάληψη», το «κλειστό πανεπιστήμιο» και ο καταγγελτικός λόγος προκρίθηκαν ως το τελευταίο καταφύγιο μιας κατά βάση συντηρητικής αντίληψης, που επιτάχυνε τις διαδικασίες για την αποδιάρθρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν θα θέλαμε, επίσης, να αφήσουμε ασχολίαστο το γεγονός της βίας ∙ μιας βίας που, εκφράστηκε – μειοψηφικά έστω – με το περίφημο «χτίσιμο» των γραφείων των καθηγητών από τους φοιτητές, για να καθαγιαστεί, στη διάρκεια των καταλήψεων, ως πράξη αντίστασης και ανυπακοής, μέσω ενός λαϊκιστικού «φιλονεϊσμού», που κολάκευε τις φαντασιώσεις της «γενιάς του άρθρου 16». Τελικά, «η μεταρρύθμιση που δεν έγινε» - για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός σημαντικού βιβλίου γύρω από την ιστορία της εκπαίδευσης – άφησε το χώρο των Πανεπιστημίων να κινείται στο γνώριμο εκκρεμές: κάπου ανάμεσα στην αδράνεια και στον αυτοσχεδιασμό, ανάμεσα στη κυβερνητική ρητορεία και στον επαναστατικό βερμπαλισμό, ανάμεσα στη συμβιβαστική οπισθοδρόμηση και την κομματική εργαλειοποίηση. 2. Η σημερινή κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: από το «νόμο-πλαίσιο» σε μια παιδεία χωρίς πλαίσιο Η νέα ακαδημαϊκή χρονιά βρίσκει το Πανεπιστήμιο σε ακόμη πιο δυσμενή θέση, καθώς η ακαδημαϊκή τάξη και η ομαλή εκπαιδευτική λειτουργία, σε πολλά Ιδρύματα της χώρας, δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί, η κανονικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας έχει δεχτεί ισχυρό πλήγμα, τα οικονομικά των Πανεπιστημίων και των πανεπιστημιακών τελούν διαρκώς σε αναβλητική εκκρεμότητα, και τέλος, ο περίφημος «νόμος-πλαίσιο», μαζί με τα συνοδευτικά νομοσχέδιο για την έρευνα και τα μεταπτυχιακά, μπαίνει, κι αυτός, στην τροχιά της διολίσθησης. Απ’ ότι φαίνεται πολύ γρήγορα περάσαμε από το «νόμο-πλαίσιο» σε ένα νόμο χωρίς κανένα πλαίσιο, στη σκόπιμη ασάφεια και σύγχυση των τροπολογιών, στη διαιώνιση, δηλαδή, των ίδιων προβλημάτων. Αναφέρουμε μόνο μερικά από αυτά : • Ο νόμος εφαρμόζεται κυρίως σε ό,τι αφορά τις εκλογές και εξελίξεις μελών ΔΕΠ.. • Τα επίδικα ζητήματα που περιέχει (αξιολόγηση, εσωτερικοί κανονισμοί, τετραετής προγραμματισμός, συγγράμματα.) είτε παραπέμπονται στο εγγύς (;) μέλλον είτε τίθενται σιωπηρά στο περιθώριο. • Επίκειται εντός τους έτους, κατά τον Υπουργό Παιδείας, η ρύθμιση της αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των ΚΕΣ και των αμερικανικών κολλεγίων. Συγχρόνως προωθείται, χωρίς μάλλον προβλήματα, η υιοθέτηση των πιστωτικών μονάδων για τα μαθήματα των Πανεπιστημίων κατά τις οδηγίες της Μπολώνια. • Εκκρεμεί ο νόμος για τα μεταπτυχιακά. Η σταδιακή αδρανοποίηση, λοιπόν, και το «πάγωμα» του νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που με περισσή βιασύνη και ανευθυνότητα, ψήφισε η ίδια η κυβέρνηση πριν από λίγους μήνες, αγνοώντας όχι μόνο τις αντιδράσεις αλλά και τις προτάσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας αποδεικνύει, στην πράξη, την έλλειψη σχεδιασμού για ριζικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Η κυβέρνηση «κρύβεται» και διαρκώς αποποιείται των σοβαρών ευθυνών της για την κατάσταση του δημόσιου Πανεπιστημίου : την έλλειψη συγκεκριμένου αναπτυξιακού σχεδιασμού για την αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας, την άρνηση της στήριξης και της διεύρυνσης των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, την ελαττωματική λειτουργία και την ελλιπή θεσμική κατοχύρωση της διαφάνειας και της αξιοκρατίας σε όλες τις βαθμίδες της διοίκησης, της διδασκαλίας και της έρευνας. Τα ζητήματα, αυτά, ωστόσο, επείγουν περισσότερο παρά ποτέ. 3. Πανεπιστήμιο και Πολιτική : Ο ρόλος της ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής αριστεράς Δεδομένου ότι μεταρρύθμιση στην Παιδεία δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρχουν εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα είναι σε θέση να διεκδικήσουν, να εκπονήσουν και να εφαρμόσουν ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, πρέπει να στρέψουμε υποχρεωτικά το ενδιαφέρον μας στη σχέση της ακαδημαϊκής κοινότητας με τα κόμματα για να εξετάσουμε τους πολιτικούς συσχετισμούς της συγκυρίας. • Η κυβέρνηση της ΝΔ έχοντας παραιτηθεί από οποιαδήποτε μεταρρύθμιση που θα άνοιγε νέα κοινωνικά μέτωπα με πολιτικό κόστος, αναγκάζεται απλώς να πάρει κάποια διαχειριστικά μέτρα για να προσαρμοστεί κυρίως σε ευρωπαϊκές οδηγίες. • Το ΠΑΣΟΚ, εγκλωβισμένο στη διγλωσσία του, στις πολλαπλές και ασυνάρτητες παλινδρομήσεις του, δηλώνει ότι δεν θα μετάσχει πλέον στην αναθεώρηση του συντάγματος, χωρίς ταυτόχρονα να καταθέτει σαφείς θέσεις για την αναβάθμιση της δημόσιας παιδείας. • Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στη δύσκολη θέση να διαχειριστεί ένα πιθανό πολιτικό ακροατήριο, υπερασπιζόμενος συχνά ανεύθυνες και αναχρονιστικές θέσεις (πχ. στήριξη των μαθητικών καταλήψεων, κατάργηση των ΚΕΣ, υπεράσπιση του «μοναδικού συγγράμματος, φοβική στάση απέναντι στον αναπτυξιακό σχεδιασμό των ΑΕΙ, άρνηση της ορθολογικής σύνδεσης του πανεπιστημίου και της αγοράς, κλπ). Από την άλλη μεριά : • Οι αντιδράσεις των φοιτητών και της ΠΟΣΔΕΠ για το άρθρο 16 αλλά και οι ευκαιριακές καταλήψεις έχουν πάρει σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ συνεχίζει το μονότονο δρόμο της καταγγελίας κατά του νεοφιλελεύθερου «επιχειρηματικού πανεπιστημίου», εξισώνοντας κάθε «μεταρρύθμιση» με «απορρύθμιση». Δεν φαίνεται, ωστόσο, προς το παρόν, να υπάρχει έδαφος για κινητοποιήσεις όπως της προηγούμενης χρονιάς. Τα μέλη ΔΕΠ που αντέδρασαν την περυσινή χρονιά στην πολιτική ΠΟΣΔΕΠ δεν φαίνεται να έχουν το σθένος να αναλάβουν κάποια ισχυρή προωθητική πρωτοβουλία για μια δημόσια παρέμβαση. Ίσως να υπάρξουν μισθολογικού χαρακτήρα διεκδικήσεις από τα ΔΕΠ, οι οποίες μάλιστα να συσπειρώσουν εν γένει κόσμο, αλλά αυτό δεν συνιστά, κατά κανένα τρόπο, ουσιαστική μεταρρυθμιστική πολιτική στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. • Συμπέρασμα : οποιαδήποτε αλλαγή στα Πανεπιστήμια φαίνεται ότι θα προέλθει από εξωτερική πίεση. Καμία από τις πολιτικές και τις ακαδημαϊκές δυνάμεις δεν φαίνεται διατεθειμένη να ασχοληθεί σοβαρά με τα προβλήματα της εκπαίδευσης Στη συγκεκριμένη συγκυρία, η θρυαλλίδα φαίνεται ότι θα είναι η αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων των ΚΕΣ και οι πιστωτικές μονάδες της Μπολώνια. Κι αυτό διότι ορισμένοι (οι των ΚΕΣ) θα αποκτούν επαγγελματικά δικαιώματα με 3-4 χρόνια σπουδών και οι απόφοιτοι των Πολυτεχνείων π.χ., θα χρειάζονται 5 (εν όψει αυτών των εξελίξεων ήδη στο Πολυτεχνείο επαναφέρουν πιο επιτακτικά το ζήτημα να αναγνωρίζεται το πτυχίο τους ως master. Θα προηγείται δηλαδή το bachelor στα 3 χρόνια σπουδών). Γενικά η ανάγκη προσαρμογής στα ευρωπαϊκά δεδομένα θα οδηγήσει σε αλλαγές στη διάρκεια και στα προγράμματα σπουδών. Κι απ’ ό, τι φαίνεται, αυτό θα γίνει από την «πίσω πόρτα» του Υπουργείου Εμπορίου και όχι από την κεντρική είσοδο του Υπουργείου Παιδείας. Οι αυτοματισμοί της αγοράς θα δώσουν – και σε αυτή την περίπτωση - τη λύση, ενισχύοντας τις «γκρίζες ζώνες» και την απαξίωση της δημόσιας παιδείας. 4. Τι να κάνουμε; Πέρυσι, η ΑΡΣΗ, η ΑΡ.ΜΕ. και η Πρωτοβουλία (των Πανεπιστημιακών για τη Μεταρρύθμιση και την Αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστήμιου) ήταν αυτοί που μίλησαν για πρώτη φορά με ρεαλισμό και προγραμματικό λόγο για τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μίλησαν χωρίς υποκρισία για όσα συμβαίνουν στα Πανεπιστήμια (αλλά και στην εκπαίδευση και στην έρευνα γενικότερα) και ήταν οι μόνοι που ζήτησαν ριζικές αλλαγές. Η διεκδίκηση αυτή δεν ήταν ανώδυνη και είχε κόστος, ακόμη και στο εσωτερικό της ίδιας της αριστερής μας συλλογικότητας. Πολλοί ήταν εκείνοι που μας κατηγόρησαν, και ακόμη περισσότεροι ήταν εκείνοι που βρήκαν άστοχες τις πρωτοβουλίες διαλόγου με το Υπουργείο Παιδείας, την ώρα που η κυβέρνηση δεν ήθελε να δεσμευτεί σε τίποτε. Η κριτική, πάντοτε είναι θεμιτή και επιβεβλημένη, αρκεί να μην προέρχεται από έναν υποκριτικό και συμβατικό λόγο που διαρκώς κινδυνολογεί και καταγγέλλει προκειμένου να μην πάρει θέση. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το τι διαφοροποιήσεις είχε και έχει ο καθένας, πρέπει να πούμε τα πράγματα καθαρά : το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο, όπως και όλη η δημόσια εκπαίδευση, κινδυνεύει από πλήρη έκπτωση και απαξίωση. Το Πανεπιστήμιο, επομένως, δεν κινδυνεύει από την ιδιωτική πρωτοβουλία, ούτε από τη Μπολώνια. Κινδυνεύει από τον ίδιο του τον εαυτό. Αν η αυταξία της γνώσης συμπορευτεί με τους αναπτυξιακούς στόχους της κοινωνίας τότε το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν έχει φοβηθεί τίποτε από έναν ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο εκπαίδευσης. Ίσα – ίσα, οφείλει να επενδύσει στην ευρωπαϊκή προοπτική του και στην εκπαιδευτική του συνέχεια. Η ΑΡΣΗ, ως όμιλος πολιτικού προβληματισμού και παρέμβασης, θα συνεχίσει, στην κατεύθυνση αυτή, τον προβληματισμό της μέσα στις ομάδες εργασίας για την παιδεία, ελπίζοντας ότι σε λίγο καιρό θα είμαστε έτοιμοι να παρουσιάσουμε υπεύθυνα μια πλήρη πρόταση για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και της έρευνας, χωρίς «σημαίες ευκαιρίας» αλλά και χωρίς «λευκές επιταγές» στην κυβέρνηση της ΝΔ. H ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Γ ΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ |
Ρεπορτάζ
|



