Τρίτη 07/09/2010
Περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας της ιστοσελίδας
Αυτοτέλεια των ΑΕΙ: κάποιες απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην πάμε ολοταχώς στο γκρεμό
Λόης Λαμπριανίδης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας,

Το κείμενο της ΑΡ.ΣΗ. αποτελεί μια συστηματική ανάλυση της κατάστασης στο πανεπιστήμιο που μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι απαντήσεις στα προβλήματα δεν είναι πάντοτε απλές. Ταυτόχρονα συνιστά και μια πρόταση εξόδου από την κρίση μέσω άρσης των θεσμικών αγκυλώσεων. Είναι ένα κείμενο μακριά από κάθε έννοια «πολιτικαντισμού» και λογικής ισορροπιών που καταλήγουν στην αδράνεια.

Είναι περιττό ίσως να ειπωθεί ότι το κείμενο αυτό δεν είναι το μοναδικό με αξιόλογες ιδέες για το πανεπιστήμιο, υπάρχουν και άλλα αντίστοιχα κείμενα που ήδη κυκλοφορούν. Κείμενα που στέκονται κριτικά στις όποιες αποσπασματικές αλλά προς σαφή κατεύθυνση θέσεις του ΥΠΕΠΘ, κείμενα που αποτελούν και αποφάσεις συλλογικών οργάνων των πανεπιστημιακών και ιδιαίτερα της ΠΟΣΔΕΠ. Όμως ένα βασικό προτέρημα αυτού του κειμένου είναι ότι ήρθε την κατάλληλη στιγμή να δώσει μια συνολική πρόταση για το πανεπιστήμιο όταν από διάφορες πλευρές το πανεπιστήμιο και οι πανεπιστημιακοί κατηγορούνταν «ότι δεν έχουν θέσεις» ενώ προβάλλονταν οι θέσεις του ΥΠΕΠΘ, των «σοφών» κλπ., με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια τελείως στρεβλή εικόνα για τα ποια είναι τα ζητήματα που ταλαιπωρούν το πανεπιστήμιο σήμερα.

Υπάρχουν κάποια ζητήματα τα οποία θίγει το κείμενο της ΑΡ.ΣΗ. και τα οποία θέλουν περαιτέρω ωρίμανση: Για παράδειγμα, αναφορικά με τα ΤΕΙ, εκτός από το σοβαρό ζήτημα γύρω από την ακολουθητέα διαδικασία ανωτατοποίησής τους το οποίο θίγει η πρόταση, υπάρχει και το κεντρικό θέμα το οποίο μένει αναπάντητο εάν η κοινωνία χρειάζεται Ανώτερες Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης; Θα δεχθούμε ότι «τώρα πια είναι αργά και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε» και θα οδηγηθούμε στη δημιουργία πανεπιστημίων δεύτερης κατηγορίας ή θα επιχειρήσουμε μια πιο ριζοσπαστική απάντηση. Υπάρχουν επίσης κάποια άλλα ζητήματα που δε θίγονται καθόλου στην πρόταση όπως τα Περιφερειακά Πανεπιστήμια: πολλά είναι εξαιρετικά επιτυχημένα, όμως υπάρχουν και αρκετά ιδιαίτερα προβληματικά που ρίχτηκαν βορά για την ικανοποίηση της εκλογικής πελατείας.

Στην παρουσίασή μου όμως θα μείνω σε μια από τις προτάσεις της ΑΡ.ΣΗ. το αίτημα δηλ. για αυτοτέλεια των ΑΕΙ[2], την οποία και θεωρώ καθοριστική τονίζοντας όμως ταυτόχρονα ότι θέλει ιδιαίτερη προσοχή γιατί μπορεί να προκαλέσει και σημαντικά προβλήματα.

Ι. Στο πανεπιστήμιο γίνεται αρκετά καλή δουλειά όμως έχει και προβλήματα

Το πανεπιστήμιο και οι πανεπιστημιακοί, εδώ και πολλά χρόνια, «στιγματίζονται», συχνά αδίκως, για το σύνολο των αδυναμιών του εκπαιδευτικού συστήματος και για την «αναντιστοιχία» του με την αγορά εργασίας. Ενοχοποιείται το πανεπιστήμιο γιατί οι πτυχιούχοι του δεν βρίσκουν δουλειά, λες και βρίσκουν αυτοί που έρχονται με πτυχία ξένων πανεπιστημίων. Η άποψη λοιπόν αυτή απλά φαίνεται να ξεχνάει ότι υπάρχει πολύ περιορισμένη ζήτηση από τις επιχειρήσεις για πτυχιούχους. Θυμίζω ότι η ανεργία των πτυχιούχων πανεπιστημίου και αυτών με μεταπτυχιακό είναι οριακά μικρότερη από αυτή των τελείως ανεκπαίδευτων και αυτών με απολυτήριο δημοτικού! [3] Μάλιστα, στους νέους (μέχρι 29 ετών) η ανεργία είναι ακόμη πιο δυσμενής για τους πτυχιούχους (20,3%) σε σχέση με αυτούς με απολυτήριο δευτεροβάθμιας (18,7%) και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (13%). Επίσης, ότι η χώρα μας έχει λιγότερους πτυχιούχους από τις χώρες της Ε.Ε.-25 (μόλις 24% των νέων ηλικίας 25-34 είναι πτυχιούχοι ενώ στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. -15 αυτό αγγίζει το 40% και η κατάσταση είναι πολύ πιο δυσμενής για την Ελλάδα εάν πάρουμε τα στοιχεία για το συνολικό πληθυσμό) και υψηλότερη ανεργία μεταξύ των πτυχιούχων (π.χ. το 2004 οι πτυχιούχοι στην Ελλάδα είχαν 62% υψηλότερο ποσοστό ανεργίας από αυτό του μ.ό. της Ε.Ε.-25 ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας και της πρωτοβάθμιας ήταν 22,3% και 18,7% αντίστοιχα) [4]. Το μεγάλο πρόβλημα λοιπόν είναι το αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας, το οποίο είναι σε πλήρη δυσαρμονία και με τα οράματα της ελληνικής κοινωνίας.

Για τα προβλήματα, ασφαλώς φταίμε και εμείς οι πανεπιστημιακοί με τις πράξεις και τις παραλείψεις μας. Αναμφίβολα, επίσης κάποιοι από μας με τις παρεκτροπές τους έχουν σκανδαλίσει κατά καιρούς την κοινή γνώμη, διασύροντας –παρότι μια μικρή μειοψηφία–, το σύνολο του πανεπιστημίου και της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Δεν μπορεί όμως το πανεπιστήμιο να κρίνετε ανεξάρτητα από την υπόλοιπη κοινωνία: κάθε κοινωνία έχει το πανεπιστήμιο που της αξίζει. Δεν το προβάλω ως δικαιολογία αλλά για να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν πρέπει να λιθοβολούμε κάτι που λειτουργεί αρκετά καλά [5], δεδομένων των συνθηκών. Ο στόχος είναι ασφαλώς να το βελτιώσουμε ακόμη περισσότερο και υπάρχουν πάρα πολλά περιθώρια προς αυτή την κατεύθυνση.

Το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει βελτιωθεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Σε πολλές περιπτώσεις γίνεται πολύ καλή δουλειά, ενώ αρκετοί πανεπιστημιακοί έχουν δημοσιεύσεις σε περιοδικά υψηλού κύρους και συμμετέχουν σε ιδιαιτέρως ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα. Εξάλλου, πολλοί πτυχιούχοι μας που κάνουν μεταπτυχιακές σπουδές ή εργάζονται στο εξωτερικό διαπρέπουν.

Όμως, πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν μπορεί να μιλάμε με συνθήματα, πρέπει η πανεπιστημιακή κοινότητα να αναλάβει την ευθύνη της αλλαγής. Πρέπει να πούμε τι μας αρέσει αλλά κυρίως τι δεν μας αρέσει σήμερα στο πανεπιστήμιο χωρίς φόβο ότι θα συμβάλλουμε έτσι στην περαιτέρω απαξίωση του. Δεν έχουμε κανέναν λόγο να ωραιοποιούμε καταστάσεις αμυνόμενοι. Δεν μπορεί να εφησυχάσουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι «μια χαρά» και ότι όλα θα βελτιωθούν αρκεί να υπάρξει αύξηση της χρηματοδότησης και αυτοτέλεια.

Στη συνέχεια λοιπόν θα επιμείνω σε ορισμένα από τα προβλήματα του ελληνικού πανεπιστημίου, που σε μεγάλο βαθμό επιτείνονται από ένα ξεπερασμένο θεσμικό πλαίσιο. Αναφέρομαι σε προβλήματα όπως:

Πρώτον, τo διδακτικό έργο έχει βρεθεί σε δεύτερη μοίρα:Υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση ότι αδιαφορούμε για τους φοιτητές και τα μαθήματα ίσως γιατί αυτά δεν μετρούν στην κρίση για την εξέλιξή μας, ή γιατί είμαστε απασχολημένοι με το να κυνηγάμε τη συμπλήρωση του μισθού μας. Αναμφίβολα, ο καλύτερος έλεγχος μπορεί να γίνει από φοιτητές [6], οι οποίοι αντιμετωπίζουν με αισιοδοξία το μέλλον τους, πιστεύουν στη σημασία των σπουδών τους και με το ενδιαφέρον που δείχνουν «ελέγχουν» καθημερινά τους καθηγητές τους.

Σε αρκετές περιπτώσεις εξάλλου, χρειάζεται εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός των προγραμμάτων σπουδών και βέβαια να απομακρυνθούμε από τη λογική του μοναδικού συγγράμματος που στερεί τη δυνατότητα κριτικής σκέψης.

Δεύτερον, το πανεπιστήμιο δε διοικείται: το προσωπικό που δεν κάνει σωστά τα καθήκοντά του ξέρει ότι δε θα υποστεί καμία ηθική ή διοικητική κύρωση. Όπως επίσης γνωρίζει ότι δε θα επιβραβευθεί εάν κάνει πολύ σωστά τη δουλειά του: εάν κάνεις αξιόλογες δημοσιεύσεις, εάν φέρνεις ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα. Μπορεί μάλιστα και σε ορισμένες περιπτώσεις να ενοχλεί. Η εξουσία, μέχρι την πρόσφατη αλλαγή που δεν επιτρέπει δεύτερη συνεχόμενη θητεία, ενδιαφέρονταν πρωτίστως για την αναπαραγωγή της, ενώ σήμερα πιθανόν να ενδιαφέρεται ή/και για την «μεταπήδησή της» στην κεντρική πολιτική σκηνή (δημοτικοί σύμβουλοι, βουλευτές, κ.λπ.). Αυτό προϋποθέτει ότι πρέπει να λαϊκίζει έναντι των συναδέλφων και κυρίως έναντι των φοιτητών.

Η ολιγομελής ομάδα εξουσίας καταφεύγει σε συναλλαγές με τους εκπροσώπους των μεγάλων φοιτητικών παρατάξεων προκειμένου να μπορέσει να αποκτήσει και στη συνέχεια να διατηρήσει την εξουσία της. Έτσι, συχνά έχουμε από τη μια περιπτώσεις «συγκάλυψης» ατοπημάτων «ημετέρων» και από την άλλη εκδικητική δίωξη αυτών που θεωρούνται εν δυνάμει ανταγωνιστές[7]. Η κατάσταση αυτή πέρα από την κατάλυση κάθε έννοιας αξιοκρατίας, δημοκρατίας κλπ. οδηγεί στην έλλειψη συλλογικότητας και πολύ περισσότερο στην αδυναμία ανάπτυξης οποιουδήποτε «οράματος».

Τέλος, πολλά από τα ζητήματα που ταλανίζουν το ελληνικό πανεπιστήμιο αφορούν την έλλειψη «ακαδημαϊκής δεοντολογίας». Μόνο κατ’ ευφημισμό μπορεί κανείς να μιλά για ακαδημαϊκή κοινότητα όταν υπάρχουν πολλές προσφυγές στο Σ.τ.Ε., και μηνύσεις στα δικαστήρια όπου συνάδελφοι καταφέρονται με απίστευτες εκφράσεις εναντίον συναδέλφων. Εξάλλου, οι κρίσεις μελών ΔΕΠ συχνά δεν γίνονται με ακαδημαϊκά κριτήρια. Σ ε μια λογική συσχετισμών ή κακώς εννοούμενης «συναδελφικής αλληλεγγύης» συμβαίνει να αποδεχθεί κανείς και τα χειρότερα (π.χ. καθηγητές που αντιγράφουν ακόμη και ολόκληρο βιβλίο) αρκεί να πρόκειται για «ημέτερο». ΙΙ. Αιτίες προβλήματος

Τι φταίει για τα προβλήματα του πανεπιστημίου; Ασφαλώς και πρωταρχικά ευθυνόμαστε εμείς οι πανεπιστημιακοί, που με τις πράξεις και τις παραλείψεις μας συμβάλουμε σε αυτή την κατάσταση. Ευθύνονται επίσης οι εκάστοτε κυβερνήσεις που παρεμβαίνουν στη λειτουργία του πανεπιστημίου. Οι παθογένειες όμως παράγονται από κάποιο σύστημα δεν είναι ατομικές συμπεριφορές.

Η ελληνική πολιτεία και κοινωνία αδιαφορούν για το πανεπιστήμιο. Είναι πολλά τα παραδείγματα που υποδηλώνουν την μη κατανόηση της σημασίας του πανεπιστημίου. Σταχυολογώ από μια ιδιαίτερα μακρά λίστα:

α) Η πολιτεία υποχρηματοδοτεί το πανεπιστήμιο, π αρόλο που έγιναν άλματα σε σχέση με το παρελθόν (βιβλιοθήκες, ηλεκτρονικοί υπολογιστές κ.λπ.), υπολείπονται ακόμη πάρα πολλά: το πανεπιστήμιο στηρίζεται στο γεγονός ότι οι φοιτητές δεν θα παρακολουθούν.

β) Υπάρχει ασφυκτικός εναγκαλισμός του πανεπιστημίου από την πολιτεία γεγονός που συμβάλει στο δημοκρατικό έλλειμμα του πανεπιστημίου.

γ) τα ΤΕΙ εν μια νυκτί μετονομάστηκαν σε ΑΕΙ.

δ) η ίδρυση αμέτρητων μεταπτυχιακών προγραμμάτων.

ε) η «ανωτατοποίηση» Εκκλησιαστικών Σχολών και Στρατιωτικών Ακαδημιών. στ) υπάρχει αλόγιστη ίδρυση περιφερειακών πανεπιστημίων όπου σε πολλές περιπτώσεις το πανεπιστήμιο χρησιμοποιείται, στα πλαίσια ενός αβασάνιστου λαϊκισμού, κυρίως για την αύξηση της εκλογικής πελατείας του κυβερνώντος κόμματος.

ζ) το πανεπιστήμιο φαίνεται να αντιμετωπίζεται από την κοινωνία αλλά και τις εκάστοτε κυβερνήσεις περισσότερο ως χώρος μετάθεσης της ανεργίας και ικανοποίησης του ονείρου της ελληνικής οικογένειας «να πάρει το παιδί ένα χαρτί» . Στην καλύτερη περίπτωση ζητείται η μιζέρια της «πλήρους αντιστοίχισης με την αγορά εργασίας», ενώ το τι μαθαίνεις δεν έχει ιδιαίτερη σημασία και βέβαια η γνώση ως αυταξία θεωρείται πολυτέλεια. Τέλος, η κοινωνία, έχοντας απαξιώσει στην πράξη το πανεπιστήμιο, θεωρεί ότι η μη εκπαίδευση των φοιτητών (περίοδοι, καταλήψεων, απεργιών καθηγητών κ.λπ.) δεν έχει «κόστος». Αυτό που έχει σημασία είναι «να μη χαθεί το εξάμηνο», να γίνουν δηλαδή οι εξετάσεις. Κάποιοι άλλοι πάλι ίσως να θεωρούν ότι το κόστος της μη-εκπαίδευσης υπερκαλύπτεται από την πολιτικοποίηση των φοιτητών.

Ο σκοπός του πανεπιστημίου δεν είναι μόνο η μετάδοση, αλλά πρωτίστως η παραγωγή νέας γνώσης. Τα ενεργά πανεπιστήμια συμβάλλουν αποφασιστικά στην προώθηση της έρευνας σε όλους τους τομείς (κριτική ανανέωση και παραγωγή νέας γνώσης, νέας τεχνολογίας και νέων δεξιοτήτων, εδραίωση μεθοδολογικών εργαλείων κ.λπ.), που στη συνέχεια μπορούν να την αναπτύξουν και να την εφαρμόσουν οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας. Με αυτή την έννοια το πανεπιστήμιο μπορεί να συντελέσει στην ανάπτυξη της χώρας μέσω της συνολικής πνευματικής και επιστημονικής ανάπτυξής της και μέσω της προώθησης της ερευνητικής δραστηριότητας, στην οποία θα στηριχθεί η παραγωγή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών.

Μάλιστα, στη σημερινή συγκυρία που η μετατόπιση από τον ανταγωνισμό τιμών στον ανταγωνισμό ποιότητας αποτελεί μονόδρομο ώστε να αναβαθμισθεί η ελληνική οικονομία στο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας, το πανεπιστήμιο καλείται να παίξει κεντρικό ρόλο. Δυστυχώς όμως κανείς δε φαίνεται να πιστεύει σε αυτή τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας και του ελληνικού πανεπιστημίου. Μια έκφραση αυτού αποτελεί η υποχρηματοδότηση της έρευνας τόσο από το δημόσιο , όσο και κυρίως από τον ιδιωτικό τομέα !

Συγκεκριμένα, η Ελλάδα είναι 24η στις 25 χώρες της Ε.Ε. ως προς τους δείκτες καινοτομίες. Η χρηματοδότηση της έρευνας είναι πολύ περιορισμένη σε σχέση με τις άλλες αναπτυγμένες χώρες: το 2004 στην Ε.Ε.-25 δαπανιόνταν για έρευνα 1,95% του ΑΕΠ, στην Ελβετία 3,95%, στην Ιαπωνία 3,5%, στη Φινλανδία 3,48%, στις ΗΠΑ 2,77%, ενώ στην Ελλάδα μόλις 0,61%, και μάλιστα το 0,10% προερχόταν από τις ενισχύσεις της Ε.Ε.! Οι δαπάνες του ελληνικού δημοσίου για Ε&Α ως % ΑΕΠ συνιστούν το 59% μ.ο. ΕΕ-25, ενώ οι επιχειρηματικές μόλις το 16% [8]! Μάλιστα, οι ελληνικές επιχειρήσεις, αυτή την ελάχιστη έρευνα που κάνουν την πραγματοποιούν με τη βοήθεια του πανεπιστημίου και αυτός είναι από τους ελάχιστους δείκτες καινοτομίας στον οποίο η Ελλάδα έχει επιδόσεις πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ-25, γεγονός που κλονίζει τον μύθο της έλλειψης συνεργασίας πανεπιστημίου-επιχειρήσεων.

Μήπως υπάρχει μια συνολική αδυναμία για οποιαδήποτε μεταρρύθμιση;

Έχω την εντύπωση λοιπόν ότι η σημερινή κυβέρνηση χρησιμοποιεί και θα χρησιμοποιήσει την παιδεία ως ένα προνομιακό πεδίο όπου προαναγγέλλει μεταρρυθμίσεις (στις οποίες δεν πιστεύει ούτε η ίδια, πολύ περισσότερο η πλειοψηφία του κομματικού της μηχανισμού) κερδίζοντας τις εντυπώσεις και κυρίως τις δημοσκοπήσεις αλλά που δεν προτίθεται να προχωρήσει στην υλοποίησή τους γιατί αυτό έχει κόστος.

Θυμίζω πως κάθε εξαγγελία της κυβέρνησης για μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα φαίνεται να την κάνει πιο δημοφιλή, γιατί ο κόσμος θέλει βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών(υγείας, παιδείας κ.λπ.). Όμως, μόλις οι εξαγγελίες της γίνουν συγκεκριμένα μέτρα προς υλοποίηση (π.χ. O.A., ΔΕΚΟ, ασφαλιστικό) συναντά αντίδραση στην οποία πρωτοστατούν οι άμεσα θιγόμενοι που πολύ σύντομα κερδίζουν την κοινή γνώμη. Ίσως γιατί όλοι φοβούνται ότι εάν γίνει κάποια μεταρρύθμιση μετά έρχεται και η «σειρά τους», ίσως γιατί τα αναμενόμενα οφέλη από την μεταρρύθμιση για τον καθένα φαίνονται ασαφή και πολύ μακρινά και τέλος ίσως γιατί οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις δε θα υλοποιηθούν και θα «χαθούν», όπως τόσες άλλες, κάπου στο δρόμο (όπως και στην περίπτωση των μεταρρυθμίσεων στο πανεπιστήμιο).

Φαίνεται να κυριαρχεί μια λογική « να μην αλλάξουμε τίποτε» ακόμη και μεταξύ ορισμένων νέων ανθρώπων (φοιτητών) ακόμη και όταν είναι σαφές ότι το πανεπιστήμιο σήμερα δεν είναι ούτε δημοκρατικό, ούτε δημόσιο, ούτε ακαδημαϊκό. Όμως, θα ήθελα να πιστεύω ότι το μαζικό φοιτητικό κίνημα της περασμένης χρονιάς εξέφρασε μια ευρύτατη αγανάκτηση για τα κακώς κείμενα στο πανεπιστήμιο και κυρίως για το ότι οι προοπτικές τους όταν αποφοιτήσουν δε φαίνονται ιδιαίτερα αισιόδοξες. Αγανάκτηση η οποία ορισμένες φορές δεν κατάφερε τελικά να αρθρωθεί σε έναν δομημένο λόγο και να καταλήξει σε προτάσεις αλλά που σίγουρα έδωσε ένα σαφές πολιτικό στίγμα και μήνυμα.

Έτσι, οποιαδήποτε αλλαγή οδηγείται στις ελληνικές καλένδες και μάλιστα ορισμένες φορές μέσα από μια υποτιθέμενη ριζοσπαστική ρητορική. Ίσως γιατί η κυβέρνηση, προτάσσοντας δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα (π.χ. αιώνιοι φοιτητές [9], άσυλο και ιδιωτικά πανεπιστήμια), ή κάθε υπουργός εισάγοντας ως μαθητευόμενος μάγος αποσπασματικές αλλαγές σε κάποιες βαθμίδες της εκπαίδευσης, τις οποίες μάλιστα θέλει να τις υλοποιήσει άμεσα για να καρπωθεί τα «πολιτικά οφέλη», οξύνει τις αντιθέσεις. Κάτι που στη συνέχεια κάνει αδύνατη την υλοποίησή τους. Γιατί ασφαλώς τόσο για να θεσμισθεί όσο και να εμπεδωθεί μια μεταρρύθμιση στο πανεπιστήμιο χρειάζεται τη συναίνεση εκείνων που θα την υλοποιήσουν στην πράξη και εν προκειμένω των πανεπιστημιακών. Και ασφαλώς η συναίνεση προϋποθέτει ειλικρινή διάλογο για να κατακτηθεί η εμπιστοσύνη, συμμαχίες κλπ. ακριβώς δηλαδή τα αντίθετα από αυτά που έκανε η κυβέρνηση, δηλ. τη συκοφάντηση των πανεπιστημιακών, των φοιτητών και των συνδικαλιστικών τους ηγεσιών.

Αλήθεια όμως γιατί η κυβέρνηση θεωρεί την μεταρρύθμιση στο πανεπιστήμιο κορυφαία και μάλιστα θεωρεί το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων την κορωνίδα αυτής της πολιτικής της; Ίσως να συμβαίνει γιατί το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων θεωρήθηκε ότι είναι ένα ιδεολόγημα που την ευνοεί, ίσως γιατί γύρω από αυτό υπάρχουν πιέσεις από συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα που επιχειρούν ήδη ή πρόκειται να επιχειρήσουν σε αυτό τον χώρο. Όμως, ασφαλώς αυτό δεν συμβαίνει γιατί κατανοεί πραγματικά την παιδεία και ειδικότερα το πανεπιστήμιο ως ένα βασικό μοχλό κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.

ΙΙΙ. Πώς σπάει κανείς τον «φαύλο κύκλο»

Πώς σπάει κανείς τον «φαύλο κύκλο» της έλλειψης ακαδημαϊκής δεοντολογίας –μη ικανοποιητικής εκπαίδευσης– συναλλαγής μέσα στο πανεπιστήμιο; Η ΑΡ.ΣΗ., προτείνει, και θα συμφωνήσω, ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την Ακαδημαϊκή, Διοικητική και Οικονομική Αυτοτέλεια των ΑΕΙ.

Προτείνει ο «νόμος-πλαίσιο» για τα πανεπιστήμια να περιορισθεί σε έναν ελάχιστο αριθμό διατάξεων γενικής ισχύος ενώ το κέντρο βάρους του θεσμικού πλαισίου να μετατοπισθεί στους Εσωτερικούς Κανονισμούς λειτουργίας των ΑΕΙ με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και τις ιδιαιτερότητες κάθε ιδρύματος.

Όμως, είναι ώριμα τα πράγματα για να νομοθετήσουμε την αυτοτέλεια;Το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν αποτελεί μια αδιαφοροποίητη κατηγορία αντιθέτως, υπάρχουν τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ των Πανεπιστημίων αλλά και των Τμημάτων του. Υπάρχουν κάποια που κάνουν εξαιρετική δουλειά (έρευνα και διδασκαλία), ενώ κάποια άλλα (ελάχιστα ευτυχώς) δεν καταφέρνουν να κάνουν ούτε καν ικανοποιητική διδασκαλία. Εξάλλου, υ πάρχουν πολλές διαφορές και αναφορικά με την τήρηση κανόνων δεοντολογίας. Σε κάποιες περιπτώσεις ο σεβασμός στο ίδρυμα βάζει φρένο σε ακραίες συμπεριφορές, ενώ σε άλλες περιπτώσεις που δε συμβαίνει αυτό η αυτοτέλεια κινδυνεύει να οδηγήσει, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, στο να εκτραχυνθεί η κατάσταση πολύ, να υπάρξουν φαινόμενα ευνοιοκρατίας καθεστώς ιδιότυπης «ακαδημαϊκής» φεουδαρχίας κ.λπ.

Από την άλλη όμως η αυτοτέλεια μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε για Τμήματα και Πανεπιστήμια μέσα από νέες συλλογικότητες να δημιουργήσουν το όραμα για το δικό τους Τμήμα και Πανεπιστήμιο που θα συμβάλει στην ανάπτυξη ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Με αυτή την έννοια η «αυτοτέλεια» αποτελεί ένα «στοίχημα»,το οποίο όμως η πανεπιστημιακή κοινότητα πρέπει να το βάλει για να μπορέσει να «φύγει προς τα εμπρός». Θα έχει πια το πανεπιστήμιο την ευθύνη για κεντρικές επιλογές: πόσοι φοιτητές και με τι προϋποθέσεις θα εισαχθούν σε κάθε Τμήμα, πόσοι διδάσκοντες και πότε πρέπει να τους προσλάβει κλπ.

Η πρόταση της ΑΡ.ΣΗ για να περιορίσει τους κινδύνους θέτει δυο όρους ως αντιστάθμισμα της αυτοτέλειας: να υπάρξει αξιολόγηση και να διασφαλισθεί η εύρυθμη και διαφανής λειτουργία των συλλογικών οργάνων, στα οποία και θα αναφερθώ στη συνέχεια . Αξιολόγηση

Η αξιολόγηση είναι απαραίτητη γιατί η πανεπιστημιακή εκπαίδευση απαιτεί σημαντικούς πόρους της κοινωνίας που ασφαλώς δεν έχει κανείς δικαίωμα να τους σπαταλά και που θα πρέπει να γνωρίζουμε τι μας αποδίδουν. Εξάλλου, αφού το πανεπιστήμιο αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική συνιστώσα για την ανάπτυξη της κοινωνίας, θα πρέπει να διασφαλίσουμε ως κοινωνία, αλλά κυρίως ως πανεπιστημιακή κοινότητα, ότι θα εκπληρώνει σωστά το ρόλο του. Με αυτή την έννοια η αξιολόγηση των πανεπιστημίων, ως μια διαδικασία αυτογνωσίας και όχι βέβαια τιμωρίας [10], είναι κάτι που θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη.

Όμως, σήμερα ακόμη και εάν με την αξιολόγηση καταφέρεις να εντοπίσεις προβλήματα είναι πολύ λίγα αυτά που μπορείς να κάνεις για να τα διορθώσεις. Το πανεπιστήμιο είναι δεμένο πισθάγκωνα: έχει «εξωτερικούς πειθαναγκασμούς» που του επιβάλλει το ΥΠΕΠΘ το οποίο αποφασίζει για βασικά ζητήματα της στρατηγικής του, (π.χ. πόσοι φοιτητές και με ποια προσόντα θα μπουν σε κάθε Τμήμα, ποιο Τμήμα θα ιδρυθεί, ορίζει τις προκηρύξεις και τον χρόνο διορισμού του προσωπικού) αλλά και «εσωτερικούς πειθαναγκασμούς» δηλ. δεν μπορεί να επιβάλει μη δημοφιλείς αποφάσεις εξαιτίας του τρόπου εκλογής των διοικήσεών του.

Εύρυθμη και διαφανής λειτουργία των συλλογικών οργάνων

Μια βασική πηγή προβλημάτων για αυτό αποτελεί η έμμεση φοιτητική συμμετοχή στην εκλογή των διοικητικών οργάνων του πανεπιστημίου. Σήμερα αφενός το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση αφετέρου οι περισσότερες φοιτητικές παρατάξεις έχουν υποβαθμισμένες λειτουργίες γεγονός που επιτρέπει ολιγομελείς ομάδες να τις «ελέγχουν». Όμως, αυτές οι ολιγομελείς ομάδες φοιτητών που «ελέγχουν» τις μεγάλες παρατάξεις, με το συμπαγές μπλοκ εκλεκτόρων που διαθέτουν μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά το ποιος θα εκλεγεί πρόεδρος, κοσμήτορας, πρύτανης. Έτσι, «διαπραγματεύονται» με τους εν δυνάμει υποψηφίους και υποστηρίζουν τελικά εκείνον που είναι διατεθειμένος να «προσφέρει» περισσότερα. «Διαπραγματεύεται» δηλαδή (για να μείνω μόνο σε ακαδημαϊκά θέματα), βαθμούς για τους «ημέτερους», συστατικές επιστολές, ένταξή τους σε μεταπτυχιακά προγράμματα κ.ά. Οι ολιγομελείς αυτές φοιτητικές ομάδες [11] δ εν ασκούν έλεγχο στο εκπαιδευτικό σύστημα αλλά διεκδικούν προσωπικό μερίδιο στην άσκηση εξουσίας, το οποίο στη συνέχεια, αφού το μεγαλοποιήσουν, το «πουλούν» στους φοιτητές διευρύνοντας ακόμη περισσότερο την εκλογική τους πελατεία.

Αυτό λοιπόν που βιώνουν οι φοιτητές είναι η αίσθηση μιας γενικευμένης αδικίας, μιας συναλλαγής, στην οποία κάποιοι συμφοιτητές τους έχοντας αναδειχθεί σε «παράγοντες», καταφέρνουν να προσποριστούν ακαδημαϊκά οφέλη. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ορισμένοι φοιτητές επιλέγουν να σταθούν δίπλα στους «παράγοντες» ελπίζοντας να αποκομίσουν και αυτοί μικρο-οφέλη, άλλοι προσπαθούν να αντισταθούν, ενώ οι περισσότεροι αποσύρονται από τα «κοινά» αηδιασμένοι. Φαύλος κύκλος δηλαδή που ισχυροποιεί ακόμη περισσότερο τη δύναμη των φοιτητικών μικροομάδων εξουσίας. Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει.

Ασφαλώς και δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι οι θεσμικές αλλαγές στη φοιτητική συμμετοχή δεν μπορούν να αλλάξουν δραματικά την κατάσταση στο πανεπιστήμιο. Όμως είναι αυτό που φαίνεται σχετικά εύκολο, και θα ήθελα να ελπίζω ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί. Βέβαια, θα πάρει κάποιο χρόνο για να αλλάξει το κλίμα και να αποκατασταθούν σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ φοιτητών και μελών ΔΕΠ, αλλά και μεταξύ των μελών ΔΕΠ.

Ασφαλώς και το πρόβλημα δεν προέρχεται μόνο από την πλευρά των φοιτητών το ταγκό θέλει δυο. Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα στο ελληνικό πανεπιστήμιο είμαστε εμείς οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που δυστυχώς ανεχόμαστε τέτοιου είδους εκφυλιστικά φαινόμενα: Κάποιοι, ελάχιστοι, προσποριζόμενοι οφέλη από αυτά, κάποιοι βρίσκοντας την ευκαιρία να «κάνουν τις δουλειές τους», ενώ η μεγάλη πλειοψηφία κάνει το έργο της, είτε προσποιούμενη ότι δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει είτε έχοντας αποσυρθεί απογοητευμένη από τα «κοινά» [12].

Ελπίζω ότι το κείμενο της ΑΡ.ΣΗ θα λειτουργήσει συσπειρωτικά και θα συμβάλει στο διάλογο, έναν διάλογο που «άνοιξε» ουσιαστικά με τις κινητοποιήσεις των φοιτητών και της ΠΟΣΔΕΠ της περσινής χρονιάς που απέτρεψαν την κυβέρνηση από το να καταθέσει το νομοσχέδιο της στο θερινό τμήμα της Βουλής. Μέσα από αυτόν το διάλογο σε κάθε πανεπιστήμιο φοιτητές και κυρίως διδάσκοντες θα δημιουργήσουμε το «πανεπιστήμιό μας»: με δημοκρατικές λειτουργίες, με σεβασμό της ακαδημαϊκής δεοντολογίας αλλά και με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτός ο διάλογος μπορεί και πρέπει να προχωρήσει μέσα από τους θεσμικούς συνομιλητές και πρωταρχικά μέσα από τους συνδικαλιστικούς μας φορείς αλλά και όπου αλλού μπορούμε (περιοδικά, εφημερίδες, συνδικαλιστικά όργανα, παρατάξεις κ.λπ.).


[1] Το κείμενο αυτό αποτέλεσε τη βάση της εισήγησής μου στην εκδήλωση της ΑΡ.ΣΗ στις 1/11/06 στη Θεσσαλονίκη με θέμα: Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και Έρευνα.

[2] Τη στιγμή μάλιστα που το νομοσχέδιο του ΥΠΕΠΘ πηγαίνει προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση επιχειρώντας εντονότερο κρατικό έλεγχο σε κρίσιμες πλευρές της ακαδημαϊκής λειτουργίας όπως: προαπαιτούμενα, ρύθμιση των εξετάσεων, εθνικός κατάλογος μαθημάτων, φοιτητές/μάθημα και κυρώσεις εάν δεν κατατεθεί η Εισηγητική Έκθεση μέσα στην αποκλειστική προθεσμία !

[3] Στην περίοδο 1998-2005 που η μέση ανεργία ήταν 10,7% αυτή των κατόχων μεταπτυχιακού και διδακτορικού 7%, των πτυχιούχων ΑΕΙ 7,3%, των αποφοίτων ΤΕΙ 13,5%, κατόχων απολυτηρίου λυκείου 13,1%, απολυτηρίου γυμνασίου 12,5%, δημοτικού 8% και οι ανεκπαίδευτοι 8,2% (ΕΣΥΕ, Στατιστική της εκπαίδευσης www . statistics . gr).

[4] Ποσοστιαία διαφορά ποσοστών ανεργίας μεταξύ ΕΕ-25 και Ελλάδας

                            1999  2000 2001 2002 2003 2004 

 Πρωτοβ. καικατώτ.ββάθμια   40,8  33,9  40,3   28,8  12,1 22,5                                                Ανωτ   ββάθμια       35,9  29,1  17,6   15,7  16,2 18,7                                                Τριτοβάθμια            73,1  58,2  79,0   47,3  36,1 68,2

 Πηγή Eurostat Regio

[5] Αμφιβάλλω εάν πραγματικά υπάρχουν πολλοί άλλοι τομείς της ελληνικής κοινωνίας στη σφαίρα του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα που να λειτουργούν καλύτερα.

[6] Βέβαια, έτσι όπως είναι σήμερα τα πράγματα είναι πιθανόν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κάποιοι φοιτητές μπορεί να αξιολογήσουν τους διδάσκοντες με κριτήριο την ευκολία με την οποία περνούν το μάθημα ή, σε ακραίες περιπτώσεις, με βάση τη «γραμμή» που θα τους δώσει η παράταξή τους.

[7] Τα παραδείγματα είναι πολλά και συχνά ακραία και για τις δυο περιπτώσεις.

[8]EIS 2005 European Sector Innovation Score Board

[9] Το ζήτημα των «αιώνιων φοιτητών» είναι ακόμη ένα παράδειγμα που δείχνει ότι δεν μπορούν όλα να λυθούν με ομοιόμορφο τρόπο για όλες τις Σχολές. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές οι οποίες θα πρέπει να συνυπολογισθούν γεγονός που μπορεί να γίνει εάν κατευθυνθούμε προς την ενίσχυση των Εσωτερικών Κανονισμών των πανεπιστημίων έναντι του «νόμου-πλαίσιου» που μπορούν να αντιμετωπίσουν τις ιδιαιτερότητες της κάθε Σχολής.

[10] Ίσως θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει ακόμη περισσότερο και να υποστηρίξει ότι πρέπει να πάμε σε μια κατεύθυνση όπου θα «επιβραβεύονται τα καλύτεροι» Τμήματα και Πανεπιστήμια. Αυτό θα επιτρέψει τους ήδη ισχυρούς πόλους να αναπτυχθούν και να γίνουν σημαντικοί σε διεθνές επίπεδο, ελπίζοντας πως στη συνέχεια, με κατάλληλα μέτρα πολιτικής, η ανάπτυξη από αυτούς τους πόλους θα «διαχυθεί» και στα υπόλοιπα πανεπιστήμια. Εξάλλου, αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως ένα επιπλέον κίνητρο οι συλλογικότητες κάθε πανεπιστημίου να προσπαθούν για τη βελτίωσή του και έτσι θα περιορίζονταν ακόμη περισσότερο οι επιλογές με εξωακαδημαϊκά κριτήρια.

[11] Αναμφίβολα αυτό που πρέπει να είναι σαφές είναι πως δεν πρόκειται για μια συγκυρία όπου κάποια «κακά» παιδιά κατάφεραν να αναλάβουν αυτούς τους ρόλους αλλά ότι το θεσμικό πλαίσιο είναι τόσο προβληματικό που αναπαράγει τέτοιου είδους δομές.

[12] Στο πανεπιστήμιο όμως καλούμαστε να καλλιεργήσουμε μια συνολική παιδεία στους φοιτητές κάτι που είναι πολύ πέραν της γνώσης που τους μεταδίδουμε.

Σκέψεις - Παρεμβάσεις
Ζητήματα και θέσεις για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.*
Για την Αριστερά και το μέλλον της Ευρώπης
Για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση
Προωθείται νέα Συνθήκη αλλά όχι Ευρωσύνταγμα για την Ευρώπη
Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών στην Ελλάδα
Όχι στην άγονη σπατάλη δυνάμεων. Ναι στις επίπονες προσπάθειες μεταρρυθμίσεων
Γιατί πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 16
Στη Σκιά των «ΜΗ-ΜΗ»
Κάποια Οικονομικά της Ανώτατης Εκπαίδευσης
Αυτοτέλεια των ΑΕΙ: κάποιες απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην πάμε ολοταχώς στο γκρεμό
Πανεπιστήμιο και Κοινωνία των Πολιτών
Παρέμβαση του Χ. Κουρουνιώτη στη συζήτηση του Ομίλου ΑΡΣΗ για την Ανώτατη Παιδεία
Η Αριστερά αύριο - Αρθρο του Δ.Ν Μαρωνίτη στο ΒΗΜΑ της 15/10/2006
Εκλογές και Συμπόσια - Άρθρο του Δ.Ν. Μαρωνίτη στο ΒΗΜΑ της ) 08/10/2006
Για τους υποψήφιους διδάκτορες - Παρέμβαση του Γιώργου Προκοπάκη
Ενιαίος χώρος ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας; - Παρέμβαση του Γιώργου Προκοπάκη
Η παρέμβαση του Λ. Λουλούδη στη συζήτηση της 2/10 για την Παιδεία και την Έρευνα
Η παρέμβαση της Β. Κιντή στη συζήτηση της 2/10 για την Παιδεία και την Έρευνα
Αριστερά και ριζοσπαστική ανανέωση - Άρθρο του Γιώργου Γιαννουλόπουλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 27/09/2006
Ενιαία οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης & έρευνας-Αντιπρόταση και συμβολή στο διάλογο για τη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης- Η εισήγηση του Λ. Παπαγιαννάκη
Υπεύθυνος Διαχείρισης:
Διαχειριστής
Αριστερά Σήμερα
e-mail: info@aristerasimera.gr
Επισκέπτες | Σήμερα: 44 | Σύνολο από 30/09/2006: 322,412 | Μοναδικά IP: 36,893
Designed and Developed by: 2easy Web Applications