Τρίτη 07/09/2010
Περίοδος δοκιμαστικής λειτουργίας της ιστοσελίδας
Η παρέμβαση του Λ. Λουλούδη στη συζήτηση της 2/10 για την Παιδεία και την Έρευνα
Λεωνίδας Λουλούδης, 05/10/2006

1. Θέλω να αρχίσω από την Αντιπρόταση του Λευτέρη Παπαγιαννάκη, ιδωμένη σαν κείμενο. Οφείλουμε να προσμετρήσουμε στα θετικά της Αντιπρότασης ότι το κείμενο της υπηρετεί πιστά ό,τι αναγγέλλει στον υπέρτιτλό του: είναι μια «συμβολή στο διάλογο» για τη μεταρρύθμιση της ανωτάτης εκπαίδευσης. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Από την άποψη αυτή αποτελεί ένα δείγμα κειμένου παράδοξου για τον χώρο μας γιατί ασχολείται με το συγκεκριμένο, την υπέρβαση της κρίσης του πανεπιστημίου, όπως την βλέπει, εκ των ένδον, ένας έμπειρος αναλυτής του. Απουσιάζουν η συνομωσιολογία, οι ιδεοκρατικές εμμονές, ο πολιτικαντισμός. Αντίθετα, το βλέμμα του Παπαγιαννάκη εστιάζεται επίμονα στο ίδιο το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Στις δυσλειτουργίες ενός συγκεκριμένου θεσμού, μιας συγκεκριμένης κοινωνίας και οικονομίας σε μια συγκεκριμένη διεθνή και εθνική συγκυρία. Έτσι, η κρίση του θεσμού δεν εκλαμβάνεται σαν αφορμή για να αποκαλυφθεί εκείνη ή η άλλη πολιτική εξουσία.

Το στοίχημα της Αντιπρότασης είναι εστιασμένο: να διατυπώσει με κάθε δυνατή απλότητα ένα σχέδιο εξόδου από την κρίση μέσω της άρσης των θεσμικών αγκυλώσεων που υποθέτει ότι την παράγουν. Το αποτέλεσμα είναι εύχρηστο και πειστικό. Εύχρηστο για όσους θέλουν να το αξιοποιήσουν σαν κείμενο εργασίας, πειστικό σε όσους παραμένουν ανοικτοί στο διάλογο

2. Το εγχείρημα της Αντιπρότασης αποτελεί ένα συνολικό σχέδιο εξόδου από την κρίση. Αυτό, όσο και αν, επίσης, φαίνεται παράδοξο στους μη παροικούντες, είναι εξαιρετικά πρωτότυπο. Δεν το έχουν τολμήσει, για διαφορετικούς λόγους το Υπουργείο Παιδείας, τα κόμματα και οι συνδικαλιστικοί φορείς. Για παράδειγμα, η κ. Μ. Γιαννάκου, όσο και να επιμένει, όπως χθες στην «Καθημερινή», ότι δεν έκανε λάθος χειρισμούς την περασμένη άνοιξη, είναι βέβαιο ότι ξεκίνησε πριν ενάμιση χρόνο, να επιφέρει μερικές «βελτιώσεις» του ισχύοντος νόμου πλαισίου για τα ΑΕΙ (κατέληξαν στο σχέδιο Βερέμη). Αυτή, εξάλλου, ήταν η εκπεφρασμένη πολιτική της επιλογή στη Σύνοδο των Πρυτάνεων πριν δυόμισι χρόνια. Επιτρέψτε μου να σχολιάσω: μια κάθε άλλο παρά «νεοφιλελεύθερη» πολιτική επιλογή. Τον Φεβρουάριο, ωστόσο, άλλαξε στρατηγική και ρητορική, υπό την πίεση της κυβερνητικής στροφής, από το «νοικοκύρεμα της καθημερινότητας» στις «μεγάλες μεταρρυθμίσεις». Έτσι, έφθασε να υπόσχεται την κατάθεση, τον Ιούνιο, ενός νέου «νόμου για τα ΑΕΙ». Οι πάντες-και δικαίως-παρεξήγησαν τις προθέσεις της και-επίσης δικαίως-απογοητεύθηκαν από την αναιτιολόγητη αποσπασματικότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεών από το Υπουργείο. Έστω και αν τις ρυθμίσεις αυτές, κατά το πλείστον θεωρώ, παρά τις μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις εναντίον τους, και ορθές και αναγκαίες. Όσον αφορά στα αντιπολιτευόμενα κόμματα και τις λιγότερο ή περισσότερο εξαρτημένες συνδικαλιστικές παραφυάδες τους οι λόγοι αποφυγής μιας συνολικής αντιπρότασης είναι διττής προέλευσης. Προφανώς, η αντίληψη τους περί διαλόγου και συμμετοχής στους θεσμούς, στην οποία, ήδη αναφέρθηκα, τα καθηλώνει σε αμυντικές και στείρες θέσεις απέναντι σε κάθε μεταρρύθμιση. Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος που αφορά ειδικότερα την καθ’ ημάς Αριστερά. Πρόκειται για τη ραγδαία παγίωση ενός πολιτικά ορθού λόγου ο οποίος εξοβελίζει στο πυρ το εξώτερον μια συγκεκριμένη ατζέντα διαλόγου. Η προφορά και μόνο των λέξεων «ανταγωνισμός», «αγορά» «επιχειρηματικότητα», «ιδιωτικό», «ειδίκευση», να μη μιλήσω για τη δύσμοιρη «διαδικασία της Μπολώνια» για ορισμένους, είναι αυτόφωρο αδίκημα επισείον πολιτικές και, εντέλει, ηθικές στηλιτεύσεις. Συμβαίνει αυτές οι λέξεις να περιγράφουν καταστάσεις και γεγονότα που κυριαρχούν στη διεθνή πολιτική και οικονομική σκηνή, την ειδησεογραφία, τον πολιτισμό και έχουν κατακλυσμιαίες επιπτώσεις στην καθημερινές κοινωνικές δράσεις και νοοτροπίες. Μπορεί κανείς να θέλει να μείνει στην πολιτική και να αγνοήσει τα γεγονότα και τις πρακτικές που οργανώνονται με αυτή την ορολογία; Αυτό είναι το καθήκον του, μας λέει η πολιτική ορθοφροσύνη. Η Αντιπρόταση κινείται σε εντελώς διαφορετική τροχιά. Δεν φοβάται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις ενός κόσμου που αλλάζει πιο γρήγορα από τις πεποιθήσεις και τις βεβαιότητές μας. Δηλωμένη πρόθεσή της είναι να μας εξοικειώσει με αυτές τις προκλήσεις και να ξεχερσώσει το πεδίο της λιγότερο οδυνηρής ή περισσότερο επωφελούς αφομοίωσης των κραδασμών που επιφέρουν σε μια μικρή και καθυστερημένη κοινωνία και οικονομία. Ακούστε την: «Οι έννοιες της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής με σεβασμό στο περιβάλλον, οι πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης, επιβάλλουν επαναπροσδιορισμό των πολιτικών και των θεσμών». Ακόμα και του πανεπιστημίου; Θα διερωτηθούν οι υπερασπιστές της αριστερής πολιτικής ορθότητας; Ειδικά εκεί, απαντά ο Παπαγιαννάκης. Διότι, σήμερα και πολύ περισσότερο αύριο, «η κινητήρια δύναμη της καινοτομικής επιχειρηματικότητας θεμελιώνεται στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στη γνώση». Επομένως, γιατί θα έπρεπε να μην ανησυχούμε γι’ αυτή τη συνεχιζόμενη αποξένωση του πανεπιστημίου- δεδομένου, μάλιστα, ότι το 80% της νέας γνώσης, στην Ελλάδα παράγεται στο πανεπιστήμιο-από την επιχείρηση, την παραγωγή, την αγορά; Το ίδιο θα έπρεπε να ανησυχούμε για την απροθυμία του επιχειρηματικού κόσμου, στην Ελλάδα, να συνεργασθεί με το πανεπιστήμιο και τα ερευνητικά κέντρα. Αλλά, τότε, θα αντέτεινε κάποιος, δεν είναι πρόδηλα αντιφατικό να ισχυρίζεσαι κ. Παπαγιαννάκη, στην εισαγωγή της Αντιπρότασης, ότι «η γνώση είναι κατ’ αρχήν αυτοσκοπός έχει εσωτερική «καθαυτή» αξία» και ότι «καμία μεταρρυθμιστική προσπάθεια δεν έχει μέλλον, αν δεν αναγνωρίζει τη γνώση ως αυταξία, αν δεν στηρίζει την ελεύθερη έρευνα, την ανεπηρέαστη διδασκαλία»; Η απάντηση σε αυτό το, πραγματικά, ουσιαστικό ερώτημα μπορεί να δοθεί με ένα, εμπειρικό ερώτημα προς τους ερωτούντες: Τότε εσείς πως εξηγείται ότι η Φινλανδία κατατάσσεται δεύτερη (η Σουηδία τρίτη, οι ΗΠΑ έκτη) σε παγκόσμιο επίπεδο όσον αφορά στις επιδόσεις της στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της (ψάξτε τα κινητά στη τσέπη σας) και, κατά κοινή ομολογία, μεταξύ των πρώτων σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό της σύστημα; Αλλά μπορεί να δοθεί και με την ανάγνωση όλης της Αντιπρότασης Παπαγιαννάκη. Εδώ εγώ εντοπίζω, κυρίως, την αρετή αυτής της πρωτοβουλίας που έχει τα χαρακτηριστικά της συνολικής αντιπρότασης. Αν τη διαβάσουμε προσεκτικά θα δούμε ότι δομεί την επιχειρηματολογία της ορίζοντας και συνδέοντας τους κρίσιμους κόμβους οργάνωσης του νέου πανεπιστημίου. Να σημειώσω μόνο μερικούς εξ αυτών των κόμβων, γιατί, η σύνδεση τους, φοβάμαι ότι απαιτεί προσεκτική ανάγνωση του κειμένου: τα αναμενόμενα ανοίγματα της ιδιωτικής και δημόσιας επιχειρηματικότητας προς την ανωτάτη εκπαίδευση και έρευνα, την κατοχύρωση της μεγαλύτερης δυνατής αυτοτέλειας των πανεπιστημίων, την ενιαία οργάνωση της εκπαίδευσης και της έρευνας, την οργανική σύνδεση της αυξημένης κρατικής επιχορήγησης με την αξιολόγηση και τη δημοσιότητα, την οργανωτική αναμόρφωση και την επιχειρησιακή ετοιμότητα των διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών, την αλλαγή του τρόπου εκλογής και συμμετοχής των φορέων της ακαδημαϊκής κοινότητας στα όργανα διοίκησής, την προτεραιότητα της αποκλειστικής απασχόλησης, τη συστηματική αξιολόγηση των διδασκόντων από τους διδασκόμενους κ.ά. Μέσω αυτών των θεσμικών κόμβων και διαδικασιών, που αναλύονται συγκεκριμένα στην Αντιπρόταση ως επιμέρους στοιχεία αλλά και, κυρίως, στην αλληλένδετη ενότητά τους, αίρεται η πραγματική ή δυνητική αντίφαση μεταξύ των επιδιώξεων της γνώσης ως «αυταξίας» ή «αξίας χρήσης» και της γνώσης ως «ανταλλακτικής αξίας». Αυτή η άρση δεν αποτελεί βέβαια ένα εγγυημένο τετελεσμένο αλλά τίθεται ως ένα συνεχές διακύβευμα, του οποίου το ρίσκο είναι, εγώ πιστεύω, εντελώς ανεύθυνο να μην αναλάβουμε υπό τις παρούσες συνθήκες κρίσης. Δεν θα πω ότι ο Πρύτανης του Καίημπριτζ παροτρύνει σε κάλυψη του 50% των πόρων του πανεπιστημίου από μη δημόσιες πηγές. Αυτά είναι γνωστά. Εμείς τι κάνουμε; Το πρόβλημα δεν είναι οικονομικό είναι πολιτικό. Θέλουμε να ακολουθήσουμε τον κόσμο ή τις φαντασιώσεις μας; Ήδη και με το παρόν παρωχημένο θεσμικό καθεστώς το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο έχει ανοιχτεί στην «αγορά έρευνας». Οι ωφέλειες, ομολογημένες ή όχι, είναι τεράστιες. Να συνδέσω μια με όσα έλεγα παραπάνω. Να πω, δηλαδή ότι η Επιτροπή Ερευνών διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας, μπορεί και ήδη το πράττει σε αρκετά πανεπιστήμια, να χρηματοδοτήσει-από τα αποθεματικά των ανταγωνιστικών προγραμμάτων έρευνας σε τεχνολογικούς τομείς αιχμής- έρευνα σε τομείς χαμηλής ή μηδενικής χρηματοδότησης από την ιδιωτική και τη δημόσια οικονομία. Αρκεί να συνεννοηθεί ποια, κατά την κρίση της, είναι αυτή η γνώση που της προσδίδουμε χαρακτηριστικά «αυταξίας» ή «αξίας χρήσης» και να επενδύσει σ’ αυτήν. Βεβαίως, όσοι έχουν κάνει έστω και λίγη έρευνα γνωρίζουν ότι ούτε η έγκυρη γνώση «ανταλλακτικής αξίας» μπορεί να υπάρξει άνευ της, στο ίδιο πρόγραμμα, συν-παραγωγής γνώσης με χαρακτηριστικά «αυταξίας», ούτε, φυσικά, και το αντίστροφο.

3.Τα χρονικά περιθώρια δεν μου επιτρέπουν άλλο σχολιασμό. Να υπογραμμίσω μόνο τη σημασία ορισμένων θεματικών ενοτήτων της Αντιπρότασης στις οποίες δεν αναφέρθηκα καθόλου. Όπως, η ίδρυση Υπουργείου Παιδείας και Έρευνας, η αντιμετώπιση της διαφοροποίησης των ΑΕΙ μέσω των Εσωτερικών Κανονισμών τους, η αποφόρτιση της συνταγματικής αλλαγής «του άρθρου 16», η ένταξη των ΕΛΚΕ σε υποδιεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών, η εισαγωγή των φοιτητών σε Σχολές και όχι Τμήματα, η κινητικότητα και ευελιξία των προπτυχιακών σπουδών και σε εθνικό επίπεδο, η διεύρυνση του οργάνου προστασίας του ακαδημαϊκού ασύλου, ο Συνήγορος των ΑΕΙ και ΑΕΚ, κ.ά. Σε όλα αυτά βρίσκω ιδέες θετικές, ευρηματικές, δημιουργικές. Σε ένα σημείο θα διαφωνήσω μάλλον ριζικά: την προσαρμογή και ένταξη των ΤΕΙ στο πανεπιστημιακό σύστημα. Συμφωνώ με τη συμπερίληψη του στην ατζέντα της μεταρρύθμισης της ανωτάτης εκπαίδευσης. Φοβάμαι, όμως, ότι, εμείς στα ΑΕΙ, γνωρίζουμε ελάχιστα ώστε να έχουμε γνώμη για τα ΤΕΙ. Επιπλέον, τα ΑΕΙ δεν μπορούν, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, να αντιμετωπίσουν τα δικά τους προβλήματα. Να τους φορτώσουμε και τα ΤΕΙ; Είναι το μόνο κρίσιμο σημείο στο οποίο δεν βρίσκω ρεαλιστική την Αντιπρόταση του Λευτέρη Παπαγιαννάκη.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Σκέψεις - Παρεμβάσεις
Ζητήματα και θέσεις για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.*
Για την Αριστερά και το μέλλον της Ευρώπης
Για την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση
Προωθείται νέα Συνθήκη αλλά όχι Ευρωσύνταγμα για την Ευρώπη
Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών στην Ελλάδα
Όχι στην άγονη σπατάλη δυνάμεων. Ναι στις επίπονες προσπάθειες μεταρρυθμίσεων
Γιατί πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 16
Στη Σκιά των «ΜΗ-ΜΗ»
Κάποια Οικονομικά της Ανώτατης Εκπαίδευσης
Αυτοτέλεια των ΑΕΙ: κάποιες απαραίτητες προϋποθέσεις για να μην πάμε ολοταχώς στο γκρεμό
Πανεπιστήμιο και Κοινωνία των Πολιτών
Παρέμβαση του Χ. Κουρουνιώτη στη συζήτηση του Ομίλου ΑΡΣΗ για την Ανώτατη Παιδεία
Η Αριστερά αύριο - Αρθρο του Δ.Ν Μαρωνίτη στο ΒΗΜΑ της 15/10/2006
Εκλογές και Συμπόσια - Άρθρο του Δ.Ν. Μαρωνίτη στο ΒΗΜΑ της ) 08/10/2006
Για τους υποψήφιους διδάκτορες - Παρέμβαση του Γιώργου Προκοπάκη
Ενιαίος χώρος ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας; - Παρέμβαση του Γιώργου Προκοπάκη
Η παρέμβαση του Λ. Λουλούδη στη συζήτηση της 2/10 για την Παιδεία και την Έρευνα
Η παρέμβαση της Β. Κιντή στη συζήτηση της 2/10 για την Παιδεία και την Έρευνα
Αριστερά και ριζοσπαστική ανανέωση - Άρθρο του Γιώργου Γιαννουλόπουλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 27/09/2006
Ενιαία οργάνωση και λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης & έρευνας-Αντιπρόταση και συμβολή στο διάλογο για τη μεταρρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης- Η εισήγηση του Λ. Παπαγιαννάκη
Υπεύθυνος Διαχείρισης:
Διαχειριστής
Αριστερά Σήμερα
e-mail: info@aristerasimera.gr
Επισκέπτες | Σήμερα: 25 | Σύνολο από 30/09/2006: 322,393 | Μοναδικά IP: 36,893
Designed and Developed by: 2easy Web Applications